1. Στις φετινές φοιτητικές εκλογές δεν υπήρξαν ανακατατάξεις, αλλαγές ή εκπλήξεις. Τα πράγματα για άλλη μια χρονιά κύλησαν τρομακτικά ήρεμα, οι φοιτητικές εκλογές αν εξέφρασαν κάτι σε πανελλαδική κλίμακα είναι αδράνεια και στασιμότητα.
  2. Για 32ηχρονιά η ΔΑΠ αναδεικνύεται πρώτη δύναμη, ενώ η ΠΚΣ για ακόμη μια χρονιά πανηγυρίζει που βρέθηκε στην δεύτερη θέση και 20% πίσω από την ΔΑΠ. Απο κει και πέρα η ΠΑΣΠ καταφέρνει να συντηρηθεί και να σταθεροποιηθεί παρουσιάζοντας οριακή άνοδο σε απόλυτους αριθμούς και σε ποσοστά. Για το σύνολο των δυνάμεων που έδωσαν την μάχη είτε μέσω της Αριστερής Ανατρεπτικής Συνεργασίας ΕΑΑΚ-ΑΡΕΝ-ΑΡΔΙΝ, είτε μέσω των ψηφοδελτίων της ΕΑΑΚ οι ενδείξεις των φετινών -και όχι μόνο- αποτελεσμάτων είναι ξεκάθαρες και θέτουν επιτακτικά το δίλημμα: Ή θα αλλάξουμε ή οδεύουμε προς το περιθώριο.
  3. Φέτος στην εκλογική διαδικασία συμμετείχαν περίπου 61.000 φοιτητές και σπουδαστές. Στα ΑΕΙ υπήρξε συγκρατημένη πτώση της κάλπης, καθώς συμμετείχαν 2000 λιγότεροι φοιτητές, ενώ στα ΤΕΙ συμμετείχαν περίπου 1000 σπουδαστές περισσότεροι σε σχέση με την περσινή χρονιά. Η σταθεροποίηση της αποχής στα ΑΕΙ και γενικότερα η απαξίωση του φοιτητικού συνδικαλισμού είναι ένα σημείο που δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε για άλλη μια χρονιά χωρίς να συμβαίνει τίποτα. Δεν γίνεται ο καθένας να πανηγυρίζει και να χαίρεται για τα αποτελέσματα του όταν η συντριπτική πλειοψηφία των φοιτητών του έχει γυρίσει την πλάτη απέχοντας απ’ την ίδια την διαδικασία των φοιτητικών εκλογών αλλά και απ όλες τις διαδικασίες των συλλόγων.
  4. Έχουμε φτάσει σε ένα οριακό σημείο και καταφέρνουμε κάθε χρόνο να μετράμε ακόμα περισσότερα βήματα πίσω. Δεν είναι μόνο η αδυναμία μας να απαντήσουμε στην ΔΑΠ, ότι οι φοιτητές στην πλειοψηφία τους αποστρέφονται και δεν βρίσκουν χρησιμότητα στο φοιτητικό συνδικαλισμό, είναι ότι έχουμε φτάσει κυριολεκτικά στο σημείο να μας κλέβουν τους συλλόγους και να βρισκόμαστε σε αμηχανία. Οι περιπτώσεις της ΑΣΟΕΕ, όπου ΠΑΣΠ-ΔΑΠ αποφάσισαν να μην γίνουν φέτος φοιτητικές εκλογές αλλά και της Νομικής όπου η ΔΑΠ έστησε δικιά της κάλπη και έκανε μόνη της εκλογές, αποτελούν ένα ποιοτικά νέο στοιχείο των φετινών εκλογών προς την διάλυση του φοιτητικού συνδικαλισμού.
  5. Σε κάθε πολιτική μάχη αντιπαρατίθενται πολιτικά σχέδια, γραμμές, θέσεις αιτήματα κτλ. Η πολιτική μάχη κάθε χρόνο χάνει έδαφος απέναντι στην μάχη των μηχανισμών που κυριαρχεί πλέον στην διαδικασία των εκλογών. Αυτό φαίνεται από τα μικρά μέχρι τα μεγάλα. Τα αποτελέσματα δεδομένα, οι μετεκλογικές ανακοινώσεις έτοιμες προεκλογικά, ενώ από την ΔΑΠ μέχρι την αριστερά όλοι πανηγυρίζουν γιατί κάτι (;) κερδίζουν.
  6. Όσο και αν ισχύουν όμως τα παραπάνω άλλο τόσο ισχύει ότι ο φοιτητικός συνδικαλισμός και τα εργαλεία του είναι αναγκαία. Πρέπει να απαντήσουμε άμεσα στην διάλυση των συλλόγων και των εργαλείων που έχουν οι φοιτητές για να αγωνίζονται. Δεν είναι μόνο η εικόνα των φοιτητικών εκλογών. Η εικόνα διάλυσης και απομαζικοποίησης αφορά τα πάντα: Τις γενικές συνελεύσεις που δεν γίνονται, τις αντιστάσεις που λείπουν -αν και φέτος δόθηκαν αγώνες σε επιμέρους σχολές- τα μπλοκ των φοιτητικών συλλόγων που έρχονται μόνο οι «γνωστοί» . Η πίστη στην συλλογικότητα και τον αγώνα ειδικά μετά το 2015 έχει κλονιστεί. Η ατομική επίλυσή των προβλημάτων έχει αντικαταστήσει την συλλογική διεκδίκηση. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τον «μέσο» φοιτητή. Δεν είναι φαινόμενο των τελευταίων ετών αλλά συνδέεται με την κυρίαρχη ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού που έχει εμποτιστεί μέχρι και στην ίδια την αριστερά. Η άρνηση και η αμφισβήτηση της αποτελεί το πρώτο και δυσκολότερο καθήκον. Αυτό το καθήκον πάει μαζί με την ανάγκη να απαντήσουμε στα βασικά ερωτήματα του φοιτητικού συνδικαλισμού, της οργάνωσης των φοιτητών κτλ. Με ποιες μορφές οργανώνονται οι φοιτητές; Σε μια περίοδο αποσυγκρότησης ποια εργαλεία μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να ξαναζωντανέψουμε τους συλλόγους; Με ποιο τρόπο και όργανο συντονίζονται πανελλαδικά οι φοιτητές; Σε αυτά τα ερωτήματα σίγουρα οι απαντήσεις του παρελθόντος θα τροφοδοτούν την διάλυση.
  7. Το περιβάλλον μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκαν οι φοιτητικές εκλογές προφανώς είναι δύσκολο. Δεν μπορεί όμως να είναι δικαιολογία για να κρύβουμε τις ανεπάρκειες μας. Η προσπάθεια που ξεκίνησε λίγα χρόνια πριν, με τα κοινά κατεβάσματα ΕΑΑΚ-ΑΡΕΝ-ΑΡΔΙΝ αν και σωστή, σήμερα από μόνη της δεν αρκεί. Η συνεργασία των τριών σχημάτων δεν κατάφερε να ξεπεράσει τις παθογένειες που είχε από την γέννηση της. Εσωστρέφεια, ηγεμονισμοί και τα «κεκτημένα» της κάθε δύναμης από την πρώτη στιγμή ανέκοψαν οποιαδήποτε δυναμική μπορεί να είχε στην αρχή του το εγχείρημα. Τέσσερα χρόνια μετά η συνεργασία τείνει να καταλήξει συγκόλληση δυνάμεων χωρίς πολιτική συζήτηση και συμφωνία. Τέσσερα χρόνια μετά το ερώτημα πρώτα και κύρια αφορά τι αριστερά έχουμε ανάγκη και πως θα την χτίσουμε. Αντί γι’ αυτό εμείς συζητάμε για γραμματοσειρές σε ψηφοδέλτια, για «βαφτίσια» σχημάτων που μετατρέπονται σε υπέρ-αντικαπιταλιστικά πριν τις εκλογές κτλ, καταφέρνοντας μόνο να βιάζουν τις έννοιες και την ίδια την αξία της αριστεράς.
  8. Χρειάζεται να δούμε το εαυτό μας στο καθρέφτη. Τα αποτελέσματα των ΤΕΙ είναι ξεκάθαρα. Οι αδυναμίες μας επίσης. Ακατάληπτη γλώσσα, μεγάλα κείμενα με διακηρυκτικό ύφος, ευκολία στις απαντήσεις, μικρή φιλοδοξία. Την ίδια μέρα που το πρωί η Καθημερινή έβαζε σαν πρώτο θέμα των φοιτητικών εκλογών τις συγχωνεύσεις των ΤΕΙ όλης της χώρας, το βράδυ τα κουκιά ήταν μετρημένα. Και υπήρχαν νικητές και ηττημένοι. Νικήτριες οι δυνάμεις που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο καλωσόρισαν την «ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ (ΔΑΠ,ΠΑΣΠ,ΠΚΣ) και χαμένο το μπλοκ των δυνάμεων που αμφισβήτησε, κινητοποιήθηκε και προσπάθησε να αντισταθεί. Και επιμένουμε ότι το αποτέλεσμα είναι πολιτική ήττα για την αριστερά ,και όχι μόνο αντιπαράθεση μηχανισμών, γιατί είχε συγκεκριμένα πολιτικά ερωτήματα και επίδικα.
  9. Ως Αριστερό Δίκτυο Νεολαίας δώσαμε πανελλαδικά τη μάχη σε 24 συλλόγους. Επιμένουμε στην ανάγκη της περιόδου για μια νέα, χρήσιμη φοιτητική αριστερά της κοινής λογικής. Προεκλογικά προσπαθήσαμε να θέσουμε μια μεθοδολογία στην κίνησή μας, η οποία να υπερβαίνει τις φοιτητικές εκλογές. Γιατί καλώς ή κακώς εκλογές γνωρίζουν όλοι να κάνουν. Τα ερωτήματα όμως είναι πιο μεγάλα. Είτε θα ενωθούν δυνάμεις πάνω στα αναγκαία μέτωπα είτε θα περιθωριοποιηθούν. Είτε θα ανασυνταχθούν αριστερά σχήματα, πάνω στον αναγκαίο ιδεολογικό και πολιτικό αγώνα ενάντια στον υπαρκτό συσχετισμό δύναμης, είτε θα παραμένουμε μια συμπληρωματική δύναμη δικαιωματικής κριτικής και πίεσης. Είτε θα παρθούν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για το ζωντάνεμα των συλλόγων, είτε θα κερδίσει το σχέδιο ΔΑΠ-ΠΑΣΠ. Προτείνουμε να γίνουνε πανελλαδικά συζητήσεις μεταξύ των σχημάτων της αριστεράς, με θέμα τον απολογισμό των φοιτητικών εκλογών. Ακόμα χρειάζεται να προσδιορίσουμε τα μέτωπα και τις μάχες. Συγκεκριμένα χρειάζεται να αναμετρηθούμε με τα καθημερινά προβλήματα των φοιτητών και να δημιουργήσουμε αντιστάσεις στις σχολές. Να διεκδικήσουμε το βιβλίο που μας παίρνουν, την λέσχη που μας κλείνουν, τα λεφτά που μας ζητάνε να πληρώσουμε για να σπουδάσουμε. Να ασχοληθούμε περισσότερο με το πως θα ενωθούν οι φοιτητές για να παλέψουν αυτά  και λιγότερο με το ποια δύναμη θα πάρει την σφραγίδα του συλλόγου. Να ανοίξουμε συζητήσεις στις σχολές για τα ζητήματα του πολέμου στην γειτονία μας, το μέλλον μας και το μέλλον τις χώρας μας. Να δώσουμε τις ιδεολογικές μάχες απέναντι στα πρότυπα, τον πολισμό και τις αξίες του συστήματος. Έχουμε ανάγκη από μια άλλη αριστερά γιατί η σημερινή αποδεικνύεται ότι δεν μπορεί να ταράξει τα νερά και να μας βγάλει από το τέλμα. Αλλά έχουμε ανάγκη και από ένα πολιτικό ρεύμα που να απαντάει στον αναγκαίο ιδεολογικό, πολιτικό, και συνδικαλιστικό αγώνα μέσα στις σχολές. Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.

    0aa2526f21d94ec0cf0dfc24eb7661b7_XL

Advertisements

Την Τετάρτη 2/5 ο πρόεδρος του τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών στην Πάτρα, επικαλούμενος τα τεράστια προβλήματα χρηματοδότησης, που έχουν ως αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής συμβασιούχων καθηγητών και κάλυψης βασικών λειτουργικών εξόδων, πρότεινε σαν λύση την επιβολή διδάκτρων ύψους 1800 ευρώ τον χρόνο σε φοιτητές του τμήματος οι οποίοι θα φοιτούν εθελοντικά σε παράρτημα στην Αθήνα. Παρότι ο ίδιος απέφυγε την ονομασία «δίδακτρα», η πρόταση του τα εντάσσει για πρώτη φορά σε προπτυχιακές σπουδές στη χώρα μας.

Βασικός υπεύθυνος είναι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ που αφήνει την Σχολή των Αρχιτεκτόνων και ολόκληρα τμήματα στο έλεος της υποχρηματοδότησης και του οικονομικού μαρασμού. Η πρόταση Πανέτσου βασίζεται στις γενικές πολιτικές κατευθύνσεις του ν. Γαβρόγλου που ψηφίστηκε φέτος. Ο ν. Γαβρόγλου, κομμένος και ραμμένος στα μέτρα της υποχρηματοδότησης, μιλάει για «αυτοχρηματοδότηση των Ιδρυμάτων», κάτι που σημαίνει πως κάθε ίδρυμα θα πρέπει να καλύπτει μόνο του τις λειτουργικές του ανάγκες με οποιοδήποτε τρόπο. Η υποχρηματοδότηση ανοίγει το δρόμο στην εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης.

Όσο και αν η πρόταση Πανέτσου προσπαθεί να πλασαριστεί σαν προοδευτική, καθώς όπως λέει « τα 1800€ είναι πολύ λιγότερα από το κόστος διαμονής και διαβίωσης ενός φοιτητή από την Αθήνα στην Πάτρα» δεν μπορεί να κρυφτεί η ουσία της. Οι φοιτητές να πληρώνουν για να σπουδάσουν. Όποιος έχει να τα δώσει έχει καλά. Όποιος δεν τα έχει, ας κόψει τον λαιμό του.

Η πρόταση Πανέτσου δεν είναι λόγια του αέρα. Είναι πολιτική και επικίνδυνη. Έφτασε μάλιστα μέχρι και την Βουλή, μετά από σχετική επερώτηση της ΝΔ. Το κόμμα του Μητσοτάκη και η φοιτητική του παράταξη, η ΔΑΠ, έχουν συγκεκριμένο πρόγραμμα για την διάλυση του Δημόσιου και Δωρεάν πανεπιστημίου: Ιδιωτική χρηματοδότηση («το βαφτίζουν εναλλακτικές μορφές χρηματοδότησης»), μείωση εισακτέων, άρα να σπουδάζουν ακόμα λιγότεροι και επιβολή διδάκτρων. ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ συμφωνούν ότι οι φοιτητές πρέπει να πληρώνουν για να σπουδάσουν. Είναι ακριβώς στο ίδιο μήκος κύματος. Είναι ίδιοι.

Το επιχείρημα «το κράτος δεν έχει λεφτά» είναι πλέον ένα κακόγουστο ανέκδοτο. Λεφτά υπάρχουν πάντα για την Novartis, για τα F-16 και τις σάπιες γαλλικές φρεγάτες, αλλά ποτέ για τα Πανεπιστήμια και τις ανάγκες μας. Ας τελειώνουμε, επιτέλους, μ’ αυτήν την ιστορία. Ο οικονομικός στραγγαλισμός των ιδρυμάτων είναι συνειδητή πολιτική επιλογή. Όχι φυσική καταστροφή.

Θεωρούμε ότι η στάση της υπόλοιπης φοιτητικής Αριστεράς (ΠΚΣ-ΕΑΑΚ) είναι άκρως προβληματική. Η πρόταση για επιβολή διδάκτρων στην Αρχιτεκτονική συζητείται μέχρι και στην Βουλή και η φοιτητική αριστερά αδιαφορεί και προετοιμάζεται για φοιτητικές εκλογές.Συγκεκριμένα, η ΠΚΣ και η ΕΑΑΚ στάθηκαν απέναντι στην πρόταση μας, για κλιμάκωση του αγώνα με κατάληψη της σχολής και κινητοποίηση στο Υπουργείο Παιδείας την προηγούμενη βδομάδα. Η ΠΚΣ με το επιχείρημα ότι δεν χρειάζεται να βιαστούμε αλλά ούτε και προλαβαίνουμε να τα κάνουμε όλα(και εκλογές και κινητοποιήσεις εννοούσαν μάλλον) πρότεινε να δούμε τι κάνουμε προς το τέλος του μήνα. Απ’ την άλλη η ΕΑΑΚ ζήτησε να απαιτήσουμε να γίνει συνέλευση των καθηγητών, ενώ την ίδια μέρα ο πρόεδρος της σχολής είχε αναβάλλει και το ήδη προγραμματισμένο τμήμα επικαλούμενος θέματα υγείας για να δούμε τι θα πούνε και μετά βλέπουμε. Επίσης,δεν τους κάλυπτε το «ρηχό» γι’ αυτούς αίτημα αύξησης της κρατικής χρηματοδότησης – καμία σκέψη για επιβολή δίδακτρών-να μην συζητηθεί καν η πρόταση Πανέτσου, καθώς δεν στοχοποιείται «το σύστημα που μας εκμεταλλεύεταικαι γεννά τα δίδακτρα». Ενώ στο ζήτημα της κατάληψης απάντησαν ότι «δεν είναι κάθετα αντίθετοι» αλλά το βλέπουμε σε δεύτερο χρόνο όταν θα είναι έτοιμος ο φοιτητικός σύλλογος. Να σημειωθεί ότι τις τελευταίες δύο βδομάδες, ο φοιτητικός σύλλογος Αρχιτεκτόνων πραγματοποίησε τρεις γενικές συνελεύσεις, πράγμα που είχε να γίνει από την 17 Νοέμβρη. Συμπέρασμα: αντί για κλιμακωση και απ’ τις δύο πλευρές προτάθηκε αναμονή και εφησυχασμός.

Πρέπει να σηκώσουμε τους τόνους, να οξύνουμε την αντιπαράθεση απέναντι στον Πανέτσο και την πρότασή του, στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, στη ΝΔ, σε αυτό το ενιαίο μνημονιακό μπλοκ που η πολιτική του φέρνει αυτές τις προτάσεις. Να ανοίξει το θέμα στους Συλλόγους πανελλαδικά, να κατατεθούν ψηφίσματα σε όλες τις σχολές, να γίνει προσπάθεια συντονισμού όλων των σχολών στην Πάτρα. Το ζήτημα των διδάκτρων αφορά όλους τους φοιτητές, όχι μόνο τους Αρχιτέκτονες στην Πάτρα. Γιατί σήμερα είναι οι Αρχιτέκτονες, αύριο θα είναι κάποια άλλη σχολή.

Ζητάμε:
• Την απόσυρση της πρότασης για επιβολή διδάκτρων στην Αρχιτεκτονική Πάτρας
• Άμεση κρατική χρηματοδότηση για την κάλυψη των αναγκών του τμήματος για την συνέχιση της κανονικής λειτουργίας του
• Δημόσια και δωρεάν παιδεία για όλους
• Ούτε ένα ευρώ από την τσέπη μας για τις σπουδές μας

Όλοι στην μαζική παράσταση διαμαρτυρίας των φοιτητών της Αρχιτεκτονικής Πάτρας στο Υπουργείο Παιδείας την Δευτέρα 21/5 στις 12 π.μ.

0aa2526f21d94ec0cf0dfc24eb7661b7_XL

 

Τις τελευταίες μέρες απο πλευράς πρυτανείας και καθηγητών γίνεται κουβέντα για διάσπαση του Γεωπονικού απο 2 σχολές σε 6 και απο 6 τμήματα σε 14. Διάσπαση τμημάτων σημαίνει διάσπαση και του πτυχίου μας και διάλυση των επαγγελματικών μας δικαιωμάτων. Αφού με την δημιουργία εξειδικευμένων τμημάτων σε μια σχολή που ήδη χωρίζεται σε 6 τμήματα θα προκύπτει μια μάζα φοιτητών όπου θα ανταγωνίζονται συνεχώς μεταξύ τους. Θα επιδίδονται σε ένα συνεχές «κυνήγι» μεταπτυχιακών , σεμιναρίων και συλλογής πιστωτικών μονάδων. Το ζήτημα που τίθεται είναι πολύ σοβαρό και αφορά καθε φοιτητή του Γεωπονικού. Το συγκεκριμένο θέμα περι διάσπασης συζητιέται στο πλαίσιο του νόμου Γαβρόγλου που εμπεριέχει συγχωνεύσεις-καταργήσεις-διασπάσεις σχολών. Το είδαμε και με την συγχώνευση του ΤΕΙ Αθήνας με το ΤΕΙ Πειραιά και τη δημιουργία του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η φιλολογία για την συγχώνευση σχολών της ΑΣΠΑΙΤΕ με το ΓΠΑ, καθώς και η διοικητική συγχώνευση τμημάτων του ΤΕΙ Χαλκίδας με το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο. Στο όνομα του οικονομικού εξορθολογισμού, τα πτυχία μας και η γνώση μας έρχονται δεύτερα. Περισσότερη εξειδίκευση, λιγότερη γνώση, πιο αδύναμα πτυχία μας περιμένουν αν προχωρήσει αυτό το σχέδιο. Ερώτημα μας προκαλεί η στάση της ΠΑΣΠ και της ΔΑΠ που τηρούν σιγή ασυρμάτου για το ζήτημα.

Οι δυνάμεις ΠΑΣΠ-ΔΑΠ προσπαθούν να κάνουν το πανεπιστήμιο «μαγαζάκι» τους. Τους βλέπουμε να συμμετέχουν σε συνελεύσεις τμημάτων και να αποφασίζουν μαζί με καθηγητές και τις πρυτανικές αρχές, δήθεν, για τα «συμφεροντα των φοιτητών» και να το διατυμπανίζουν εν’όψει φοιτητικών εκλογών. Στις ανακοινώσεις της η ΠΑΣΠ μιλά για νίκες ,υπεύθυνες αποφάσεις κτλ. Που είναι όμως η υπευθυνότητα της όταν ο εξοπλισμός εργαστηρίων δεν επαρκεί ,όταν μένουν απλήρωτες πρακτικές για πολύ καιρο , συγκαλούνται γενικές συνελέυσεις και αυτή απέχει; Που είναι η ΠΑΣΠ όταν ανακοινώνεται η διάσπαση του Γεωπονικού; Ενώ δεν εμφανίστηκαν καν στην Γενική Συνέλευση του Συλλόγου την περασμένη Πέμπτη 10/05, με περισσή ευκολία έστειλαν επιστολή στην Πρυτανεία ενάντια στην νομιμοποίηση της κατάληψης της σχολής – και ευρύτερα της καταδικαστικής απόφασης του Συλλόγου ενάντια στις διασπάσεις τμημάτων και σχολών – και, προφανώς, η Πρυτανεία δεν άργησε να στείλει την ανακοίνωση αυτή στα προσωπικά πανεπιστημιακά mail όλων των φοιτητών. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία, αλλά, επίσημα, ακόμα δεν ξέρει κανείς την θέση της ΠΑΣΠ και της ΔΑΠ για τις αλλαγές στο ΓΠΑ…

Γνωρίζουμε ότι Γενικές συνελεύσεις δύσκολα γίνονται. Και η ΠΑΣΠ οργανωμένα πάντα απέχει, πράγμα που κάνει τα πράγματα πολύ πιο δύσκολα για να υπάρξει απαρτία. Την Πέμπτη, υπήρξε μια μικρή εξαίρεση στον κανόνα. Μια σχετικά μαζική διαδικασία, στην οποία ήρθε κόσμος να ενημερωθεί και να αντιδράσει. Αυτή την εικόνα θέλουμε για το σύλλογο και πρέπει να την προστατέψουμε. Και για αυτό χρειαζόμαστε μια άλλη φοιτητική αριστερά στο ΓΠΑ. Που να μη καταθέτει 6σέλιδα πλαίσια και να φλυαρεί ακατάπαυστα. Που να μην είναι με την ευκολία του «κατάληψη διαρκείας εδώ και τώρα». Δεν έχουμε εύκολες απαντήσεις αλλά χρειάζεται ένα βασικό κριτήριο στη σκέψη μας που θα είναι η μαζικοποίηση και το ζωντάνεμα των διαδικασιών του συλλόγου. Γιατί όταν αποφασίζεται με οριακή απαρτία κατάληψη μέχρι την επόμενη Πέμπτη, αλλά την επόμενη μέρα η σχολή λειτουργεί, πληγώνεται η αξιοπιστία της αριστεράς και του συλλόγου. Αλλά κυρίως γιατί απέναντί μας έχουμε την ΠΑΣΠ και τη ΔΑΠ που κάνουν οτιδήποτε περνάει από το χέρι τους για την απονέκρωση του φοιτητικού συνδικαλισμού.

Απέναντι στη διαιώνιση του μαγαζιού των ΠΑΣΠ-ΔΑΠ πρέπει να απαντήσουμε. Να μην αφήνουμε τις καθεστωτικές δυνάμεις να αποφασίζουν για τους φοιτητές αλλα οι ίδιοι οι φοιτητές να αποφασίζουμε πράγματα προς όφελός μας. Να ξανα-αποκτήσει ο φοιτητικός σύλλογος ζωή, να λειτουργήσει για τους φοιτητές. Να επιμείνουμε ενάντια στην διάσπαση του ΓΠΑ σε 14 τμήματα.

Στις 16 Μάη δεν απέχουμε!

Μαυρίζουμε τις δυνάμεις της αδράνειας ΠΑΣΠ – ΔΑΠ !

Στηρίζουμε – ψηφίζουμε το ψηφοδέλτιο  Αριστερή Ανατρεπτική Συνεργασία ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΔΙΚΤΥΟ ΝΕΟΛΑΙΑΣ-ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ

0aa2526f21d94ec0cf0dfc24eb7661b7_XL

 

 

Τι δεν πρέπει να κάνουμε

 

  1. Να αποδεχτούμε την σημερινή κατάσταση. Να θεωρούμε δεδομένο ότι θα σπουδάζουμε με άγχος για να δουλεύουμε με 400 ευρώ. Ό,τι μόνος δρόμος για την ατομική επιβίωση είναι το εξωτερικό. Ότι τα μνημόνια τελειώνουν, την ίδια στιγμή που η επιτροπεία θα είναι πιο ισχυρή και οι νόμοι των μνημονίων έχουν ριζώσει για τα καλά. Να μοιρολατρούμε για το ότι τίποτα δεν αλλάζει. Ότι έτσι θα πάνε αντικειμενικά τα πράγματα από δω και πέρα. Όσο είναι λογική η απογοήτευση και η διάψευση των προσδοκιών από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, άλλο τόσο είναι λογικό να εξηγηθεί αυτή η διάψευση. Πρέπει να γίνει πλέον κομμάτι της κοινής λογικής μας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ περνάει το ένα μνημόνιο μετά το άλλο επειδή αποδέχτηκε το διεθνές πλαίσιο των δανειστών μας και σήμερα αποδεικνύεται και το πιο πιστό παιδί των Γερμανών και Αμερικανών εταίρων.
  2. Να αφήσουμε την εκλογική πρωτιά της ΔΑΠ στο απυρόβλητο. Είτε επειδή ο φίλος, ο συμφοιτητής από το εργαστήριο θα συμμετέχει στα ψηφοδέλτια της ΔΑΠ, είτε επειδή έχουμε εμπεδώσει την παντοδυναμία της παράταξης του Κυριάκου Μητσοτάκη σε όλη την ιστορία της μεταπολίτευσης. Αλήθεια πού μετριέται η υπευθυνότητα της ΔΑΠ όταν τα εργαστήρια στάζουν, σχολές συγχωνεύονται για να μειωθούν τα έξοδα, τα δωρεάν συγγράματα απειλούνται, δίδακτρα μπαίνουν σε μεταπτυχιακά και σε λίγο και στα προπτυχιακά; Ή μήπως αρκείται στην ιδεολογική αντιπαράθεση ενάντια στο άσυλο, στο δημόσιο χαρακτήρα της τριτοβάθμιας και τον φοιτητικό συνδικαλισμό, παίζοντας τον βρώμικο ρόλο να προετοιμάσει το έδαφος για την ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης;
  3. Να θεωρούμε λογικό να αντιμετωπίζονται οι συμφοιτητές μας ως απλοί ψηφοφόροι, και οι κινητοποιήσεις ενός συλλόγου ως προεκλογικές φιέστες. Γιατί η λογική του συλλόγου-τσιφλίκι της μίας ή της άλλης παράταξης δεν έχει πια να προσφέρει τίποτα. Και αυτό αφορά το σύνολο σχεδόν των φοιτητικών παρατάξεων. Από τη ΔΑΠ που, στο όνομα της «αξιοκρατίας», επιδίδεται σε μπαράζ αντιγραφών και σημειώσεων για να συλλέξει ψήφους, μέχρι την ΠΚΣ που αποδεικνύεται ο πιο σκληρός εκλογικός μηχανισμός, ακίνδυνος σε οποιαδήποτε κινητοποίηση τα τελευταία χρόνια, εώς κομμάτια των ΕΑΑΚ που θεωρούν με ευκολία ότι μπορούν να χρησιμοποιούνται οι φοιτητικοί σύλλογοι για να λυθούν τα εσωτερικά τους προβλήματα. Οι πολιτικές δυνάμεις, και συγκεκριμένα οι αριστερές, υπάρχουν για να υπηρετούν και να λύνουν προβλήματα στους φοιτητικούς συλλόγους και όχι το αντίστροφο.
  4. Να συζητάμε με 4σέλιδες ανακοινώσεις και 8σέλιδα πλαίσια αποφάσεων σε σχολές που κάνουν συνέλευση 1 φορά τον χρόνο. Να λέμε τα πάντα και να μη λέμε τίποτα. Να έχουμε πολύ άγχος για το πώς θα μπει όλη η άποψη ή η υποσημείωση για το τάδε ζήτημα, και καθόλου άγχος για το ποιος θα διαβάσει το κείμενο, πόσο μάλλον θα εμπνευστεί για να κινητοποιηθεί. Να αναζητάμε περισσότερο τις διαχωριστικές γραμμές από άλλες παρατάξεις και λιγότερο τις γραμμές που μπορούν να ενώσουν τους συμφοιτητές μας. Να μετατρέπεται η πολιτική συζήτηση σε χόμπι κάνοντας την περισσότερο καφενείο και λιγότερο εργαλείο για την αλλαγή των πραγμάτων.
  5. Να μην ψηφίσουμε στις φοιτητικές εκλογές. Η ολοένα και μεγαλύτερη αποχή από τις εκλογές και από τις συνελεύσεις όχι μόνο δεν μπορεί να δώσει στα παραπάνω προβλήματα αλλά τα επιδεινώνει. Γιατί όσο αποδυναμώνεται η συλλογική φωνή μας τόσο θα παγιώνονται μέτρα, αντιλήψεις, σχήματα και μορφές. Και κάθε φορά η συζήτηση για την αντιστροφή της κατάστασης θα ξεκινάει από χειρότερη θέση. Μόνο η μαζική εισβολή φοιτητών και σπουδαστών μπορεί να δώσει νέα πνοή στα πράγματα και να αντιστρέψει την φορά των πραγμάτων. Αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις σχολών που καμία ψήφος δεν περισσεύει. Εκεί που την έδρα στο Διοικητικό Συμβούλιο που μπορεί να την χρεωθεί μια φωνή αντίστασης αντί για την ΔΑΠ. Εκεί που κρίνεται η αυτοδυναμία της ΔΑΠ, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ο σύλλογος θα λειτουργεί μόνο δια αντιπροσώπων και προς αντιδραστική κατεύθυνση. Εκεί που απειλείται η πρωτιά της ΔΑΠ ή της ΠΑΣΠ από ένα αριστερό ψηφοδέλτιο. Μπορεί τα παραπάνω να αποτελούν ειδικές περιπτώσεις. Ας επιμείνουμε όμως στο αυτονόητο.

 

Τι πρέπει να κάνουμε

  1. Να παραδειγματιστούμε από τους φετινούς αγώνες- να επιμείνουμε σε κινητοποιήσεις για την υπεράσπιση της δημόσιας και δωρεάν εκπαίδευσης. Οι φετινοί αγώνες ενάντια στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, οι κινητοποιήσεις στην αρχιτεκτονική της Ξάνθης, οι κινητοποιήσεις για την διδακτική επάρκεια, μπορεί να είναι εξαίρεση στον κανόνα, αλλά είναι αυτό που έχουμε ανάγκη. Αποδείχτηκε ότι όταν πραγματικά ζητήματα μπαίνουν μπροστά οι φοιτητές μπορούν να ενώνονται, να συζητούν, να οργανώνονται να αντιστέκονται.
  2. Να προσπαθούμε να ενωθούμε με όσο το δυνατόν περισσότερους συμφοιτητές μας, να επιμένουμε να ορίζουμε μέτωπα και αντιπάλους. Σήμερα που το 99% των συμφοιτητών μας έχει χτυπηθεί από τα μνημονιακά μέτρα και οι σχολές στενάζουν κάτω από το βάρος της χρηματοδότησης έχουμε ανάγκη από την μέγιστη δυνατή συγκρότηση δυνάμεων. Για να μπορούν να ακούγονται τα αιτήματά μας. Για να έχουμε πραγματική δύναμη. Για να είμαστε αποτελεσματικοί.
  3. Να οργανώσουμε μαζικές συζητήσεις για το ζήτημα του πολέμου και της αποσταθεροποίησης της περιοχής μας. Γιατί όσο και αν πυκνώνει η αγωνία για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αυτή πιο εύκολα μετασχηματίζεται σε φόβο ή εθνικισμό παρά σε πραγματική προετοιμασία. Aκόμα και η πυραυλική επίθεση στη Συρία από τις ΗΠΑ, την Βρετανία και τη Γαλλία προ ημερών, άφησε ένα μούδιασμα στον κόσμο. Έχουμε ανάγκη να συζητήσουμε μαζικά για το ζήτημα του πολέμου και του ιμπεριαλισμού ενάντια στην παρουσία του ΝΑΤΟ στην περιοχή των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής που είναι η βασική δύναμης αποσταθεροποίησης.
  4. Να ανοίξουμε τη συζήτηση για τα όργανα του φοιτητικού κινήματος. Τι είδους συνελεύσεις και διαδικασίες θέλουμε. Και σε αυτή τη συζήτηση πρώτα και κύρια να εμπλέξουμε και να δώσουμε λόγο στους «συνηθισμένους» φοιτητές, την πλειοψηφία που θίγονται τα συμφέροντα και τα δικαιώματά της και πρέπει να τα υπερασπιστεί. Να κάνουμε τις αναγκαίες πολιτικές και οργανωτικές τομές, να αξιοποιήσουμε όλες τις μορφές και τα όργανα που μπορούν να οργανώσουν και να κινητοποιήσουν τους φοιτητές. Μια τέτοια συζήτηση μπορεί να τροφοδοτήσει και μια πραγματικά αποτελεσματική αντιπαράθεση στην αποχή.
  5. Να αμφισβητήσουμε την την παντοδυναμία της ΔΑΠ. Η παράταξη της Νέας Δημοκρατίας που επί 43 χρόνια είναι πρώτη στις φοιτητικές εκλογές, δεν αμφισβητείται από κανέναν. Δεν αμφισβητήθηκε τα χρόνια της κρίσης, δεν αμφισβητείται έμπρακτα και σήμερα. Δεν αμφισβητήθηκε από την ΠΑΣΠ, δεν αμφισβητείται σήμερα ούτε από την ΠΚΣ, ούτε από την υπόλοιπη αριστερά(ΕΑΑΚ, ΑΡΕΝ). Και αν μαθηματικά φαντάζει απίθανο να χάσει την πρωτιά η ΔΑΠ, δεν αιθεροβατούμε. Αλλά επιμένουμε ότι πραγματική απειλή για την ΔΑΠ, αποτελεί η πολιτική απόφαση να στηθεί ένας μαζικός πόλος αμφισβήτησης στις σχολές, που μπορεί να χρειάζεται να δοκιμαστεί σε περισσότερες μάχες από την φετινή εκλογική. Ας κάνουμε ένα πρώτο βήμα στις φετινές φοιτητικές εκλογές.
  6. Να χτίσουμε μια νέα αριστερά της κοινής λογικής μέσα στις σχολές. Αυτό είναι που έχουμε περισσότερο απ’ όλα ανάγκη. Μια νέα αριστερά που να τολμά να ενώνεται με τον μέσο φοιτητή προτού διαχωριστεί στην λεπτομέρεια με τον διπλανό της. Που να έχει την αντοχή να αντισταθεί στο κλίμα διάλυσης του φοιτητικού συνδικαλισμού και της περιθωριοποίησης της αριστεράς. Που να προσπαθεί να χτίσει ένα νέο παράδειγμα διεκδηκήσεων και κινητοποιήσεων. Που να έχει την φιλοδοξία να ανατρέψει τον συσχετισμό δύναμης και όχι να υποτάσσεται καθημερινά σε αυτόν. Που να επιμένει στην μαζική απεύθυνση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κρύβει τα χοντρά ζητήματα των μνημονίων και της επιτροπείας, του πολέμου ή της εξάρτησης της χώρας μας κάτω από το χαλί. Που να είναι στοχοπροσηλωμένη στη δουλειά με τον κόσμο και στην οικοδόμηση συνειδήσεων. Επιμένουμε στο ερώτημα «Τι απέγινε η φοιτητική αριστερά;». Που προηγούμενα χρόνια ένιωθε υπερήφανη για αγώνες και αντιστάσεις, για την ανάπτυξη του φοιτητικού κινήματος, αλλά σαρώθηκε από την κρίση, όταν τα ερωτήματα που έβαζε η ζωή είτε έμεναν αναπάντητα είτε έβρισκαν λάθος απαντήσεις. Σε αυτό το θεμελιακό ερώτημα θέλουμε πρώτιστα να συμβάλλουμε.

Στις 16 Μαίου δεν απέχουμε

Στηρίζουμε – ψηφίζουμε τα ψηφοδέλτια του Αριστερού Δικτύου Νεολαίας και τα μετωπικά ψηφοδέλτια της Αριστερής Ανατρεπτικής Συνεργασίας ΕΑΑΚ-ΑΡΕΝ-ΑΡΔΙΝ

0aa2526f21d94ec0cf0dfc24eb7661b7_XL

 

Αν σε κάτι οφείλουμε να συμφωνήσουμε με τη ΔΑΠ, αυτό είναι ότι κόντρα στο προφίλ των απολιτίκ, χαλαρών τύπων που δίνουν σημειώσεις και κάνουν πάρτι, έχει πρόταση για το πανεπιστήμιο. Είναι δημοσιευμένη ως «Πρόταση Παιδείας της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ για το Πανεπιστήμιο και το ΤΕΙ της νέας εποχής», είναι αυτή για την οποία ζητάει να στηριχθεί στις φοιτητικές εκλογές και με λίγα λόγια είναι πρόταση διάλυσης ότι έχει απομείνει από τις μνημονιακές πολιτικές σαν δημόσια και δωρεάν τριτοβάθμια εκπαίδευση και δημιουργίας ενός απόλυτα νεοφιλελεύθερου, προσαρμοσμένου στις επιταγές της αγοράς πανεπιστήμιου για λίγους.

Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει αν διαβάσει κανείς τις βασικές προτάσειςπου περιέχονται στην «Προτάση Παιδείας» :

  1. Αναθεώρηση άρθρου 16- δημιουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων.Η ΔΑΠ σαν γνήσιο «πολιτικό τέκνο» της ΝΔ και του Μητσοτάκη, είναι εκφραστής του δόγματος ότι «το ιδιωτικό υπερέχει του δημοσίου». Ή όπως λένε οι ίδιοι «… τα δημόσια Πανεπιστήμια, λόγω του μονοπωλιακού χαρακτήρα της Παιδείας, διέπονται από μια κατάσταση ποιοτικής στασιμότητας». Επομένως, η λύση είναι η αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την αποκλειστικά δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση, και η δημιουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων που με τον ανταγωνισμό τους θα βελτιώσουν και τα δημόσια. Μόνο που ιδιωτικό πανεπιστήμιο σημαίνει λειτουργία με όρους ανταποδοτικότητας, σημαίνει διετή, τριετή προγράμματα σπουδών που ανταποκρίνονται στο τι άμεσα και αναλώσιμα ζητάει σαν προσόντα η αγορά εργασίας. Αυτό το μοντέλο θέλουν να επιβάλουν και στο δημόσιο πανεπιστήμιο.
  2. Ιδιωτική χρηματοδότηση και έρευνα.Σύμφωνα με τη ΔΑΠ αφού η κρατική χρηματοδότηση των πανεπιστημίων μειώνεται, όχι προφανώς λόγω των μνημονίων και των πολιτικών τους αλλά γιατί η οικονομία της χώρας γενικά δεν είναι σε καλή κατάσταση, υπάρχει λύση. Παραμερίζουμε το Δημόσιο χαρακτήρα του πανεπιστημίου και ανοίγουμε το δρόμο στην ιδιωτική χρηματοδότηση. Τι περιλαμβάνει αυτό;

Α.θέσπιση καταβολής διδάκτρων στα μεταπτυχιακά. Πέρα από το γεγονός ότι έρχονται δεύτεροι, πίσω από την κυβέρνηση και το ν. Γαβρόγλου που θέσπισε και επίσημα την επιβολή διδάκτρων σε μεταπτυχιακό επίπεδο, αποδεικνύουν τον πυρήνα της αντίληψής τους για την εκπαίδευση. Εκπαίδευση- εμπόρευμα, όπου όποιος μπορεί πληρώνει και σπουδάζει ενώ για τους υπόλοιπους ισχύει το «όπου φτωχός και η μοίρα του».

Β.έρευνα για λογαριασμό φορέων του ιδιωτικού τομέα ( λέγε με επιχειρήσεις) έναντι οικονομικού ανταλλάγματος. Με άλλα λόγια εκπαίδευση και έρευνα χωρίς το παραμικρό ακαδημαϊκό κριτήριο και περιεχόμενο, μόνο σύμφωνα με το τι ζητάει και πληρώνει για να αποκτήσει ο κόσμος της αγοράς.

Γ.αξιοποίηση της περιουσίας των Πανεπιστημίων. Προκειμένου τα ιδρύματα να συγκεντρώσουν πόρους ας «παραχωρήσουν την εκμετάλλευση» -διατύπωση πιο εύηχη από το ξεπούλημα- υποδομών, από κτίρια μέχρι επιστημονικό και ακαδημαϊκό εξοπλισμό, σε ιδιώτες.

  1. Μείωση των εισακτέων. Στο πρώτο κεφάλαιο της «Πρότασης Παιδείας» που περιλαμβάνει προτάσεις για ακαδημαϊκά ζητήματα, βρίσκεται σαν 16ο και τελευταίο σημείο –προφανώς δεν το θεωρούν πολύ σημαντικό- η πρόταση για μείωση των εισακτέων. Πώς προκύπτει αυτή η «κοινωνικά ευαίσθητη και υπεύθυνη» θέση της ΔΑΠ; Αφού τα ιδρύματα δεν έχουν επαρκή χρηματοδότηση για να καλυφθούν οι ανάγκες των φοιτητών «αναπόφευκτη λύση είναι η μείωση των εισακτέων σε όλες τις σχολές της χώρας, εκτιμώντας ιδιαιτέρως τις ακαδημαϊκές συνθήκες και δυνατότητες που επικρατούν σε αυτές». Δηλαδή δεν διεκδικούμε αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης για τα ιδρύματα, δεν αντιστεκόμαστε στις πολιτικές που συρρικνώνουν το δικαίωμα της καθολικής πρόσβασης σε δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση, απλά αποδεχόμαστε ότι τι να κάνουμε δε θα σπουδάζουν και όλοι. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο η ΔΑΠ… «υπερασπίζεται» τα συμφέροντα των φοιτητών.
  2. Σύνδεση πανεπιστημίων με αγορά εργασίας. Επειδή και για το ζήτημα της ανεργίας των νέων, η ευθύνη σύμφωνα με τη ΔΑΠ δε βρίσκεται στα 8 χρόνια μνημονίων αλλά… « ως επί το πλείστον, μεγάλη ευθύνη για αυτό το φαινόμενο φέρουν οι αναποτελεσματικές μέθοδοι μετάβασης των φοιτητών από τα Πανεπιστήμια στην απασχόληση και στο συναφές αντικείμενο σπουδών τους», προτείνονται και οι αντίστοιχες λύσεις. Ενίσχυση των Γραφείων Διασύνδεσης των Ιδρυμάτων με την αγορά εργασίας, πανελλαδική καθιέρωση «Ημέρας Καριέρας» στα πανεπιστήμια, θέσπιση μαθημάτων επιχειρηματικότητας σε συνεργασία με επιχειρήσεις. Στα μαθήματα αυτά ρόλο διδάσκοντα θα έχουν επιχειρηματίες, που θα «διδάσκουν» τις «πραγματικές συνθήκες της αγοράς εργασίας». Η λύση λοιπόν για να βρούμε σήμερα δουλειά, είναι να ενισχύσουμε το «πνεύμα της επιχειρηματικότητας» και προφανώς να μάθουμε στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς για να έχουμε και τις αντίστοιχες, όχι «υπερβολικές» απαιτήσεις σε μισθό, δικαιώματα κλπ.

Θα μπορούσαμε να γράψουμε πολλά ακόμα για τις προτάσεις της ΔΑΠ. Από την κατάργηση του «ασύλου ανομίας», με την ανομία να περιλαμβάνει από τις κλοπές σε φοιτητικούς χώρους… μέχρι τις καταλήψεις που αποφασίζονται από τους φοιτητικούς συλλόγους, ως  την κατασκευή νέων εστιών από ιδιωτικές επιχειρήσεις και οι οποίες θα παρέχονται στους δικαιούχους «έναντι συμβολικού αντιτίμου» σαν να μην είναι οι παροχές σε σίτιση και στέγαση αυτονόητα φοιτητικά δικαιώματα που πρέπει να διασφαλίζονται με κρατική χρηματοδότηση αλλά αντικείμενο ευεργεσίας από ιδιώτες.

Αυτό είναι το «όραμα» της ΔΑΠ για το πανεπιστήμιο. Στις 16 Μαΐου ψήφος στη ΔΑΠ δεν είναι ψήφος στον φίλο ή γνωστό που είναι στο ψηφοδέλτιό της, ούτε ανταπόδοση για σημειώσεις, είναι στήριξη σε μια δύναμη που θέλει ένα πανεπιστήμιο για λίγους, με δίδακτρα, που θα προσαρμόζεται στις απαιτήσεις αγοράς μπας και εξασφαλίσει ιδιωτική χρηματοδότηση με την εκπαίδευση και την έρευνα σαν εμπορεύματα. Και δεν υπάρχει κανένας λόγος να κάνεις κάτι τέτοιο!

Μαυρίζουμε τη ΔΑΠ !

Αγωνιζόμαστε για δημόσια- δωρεάν παιδεία !

Στις 16 Μαΐου στηρίζουμε- ψηφίζουμε το ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΔΙΚΤΥΟ ΝΕΟΛΑΙΑΣ και τα μετωπικά ψηφοδέλτια της Αριστερής Ανατρεπτικής Συνεργασίας ΕΑΑΚ-ΑΡΕΝ-ΑΡΔΙΝ

 

0aa2526f21d94ec0cf0dfc24eb7661b7_XL

  1. Συμβιβάζεσαι να ζεις σε μία χώρα διαλυμένη μετά από 10 χρόνια κρίσης και 4 μνημόνια; Να ζεις και να δουλεύεις σε μια χώρα σύγχρονη αποικία της Γερμανικής ΕΕ; Να σε κοροϊδεύει ο Τσίπρας και η παρέα του ότι «τελειώνουν τα μνημόνια» την στιγμή που ξέρεις ότι η πραγματικότητα των χαμηλών μισθών, της ανεργίας και της επισφάλειας χωρίς πρόσβαση σε βασικές κοινωνικές παροχές, σε περιμένει;
  2. Ανέχεσαι η μόνη προοπτική για το μέλλον σου να είναι τα 400 ευρώ ή η φυγή στο εξωτερικό; Να σπουδάζεις τέσσερα και πέντε χρόνια για να δουλεύεις στην καλύτερη σε άσχετο αντικείμενο απ’ αυτό που σπούδασες ή στην χειρότερή να μένεις άνεργος; Να περνά το σήμερα χωρίς να ξέρεις τι θα κάνεις αύριο;
  3. Αντέχεις να πληρώνεις κάθε χρόνο ακόμα περισσότερα προκειμένου να σπουδάζεις; Από την αρχή της χρονιάς βρέθηκες αντιμέτωπος: Με το κόψιμο εργαστηρίων και μαθημάτων στην σχολή σου, αναγκάστηκες να πληρώνεις πανάκριβα τα υλικά που απαιτούνται για τα μαθήματα-εργαστήρια-κλινικές σου, τα βιβλία έως την τελευταία στιγμή δεν ήταν δεδομένο ότι δεν θα τα πληρώσεις, σχεδόν κάθε μήνα η λέσχη ξεμένει από τρόφιμα.
  4. Σε γεμίζει ο πολιτισμός της ζούγκλας του Survivor ή της ματαιοδοξίας του Power of Love; Να σου κουνάνε το δάκτυλο και να δηλώνουν ότι σε «ξεβλάχεψαν» οι ΕΣΠΑτζίδες – αερολόγοι Κωστόπουλοι που πουλούσαν την υποκουλτούρα τους ως πρόοδο;
  5. Αποδέχεσαι να είσαι το μοντέλο του νέου τύπου ανθρώπου που θέλουν να φτιάξουν; Του αγχωμένου, μοναχικού και χωρίς δεσμούς με τους γύρω του, αποπολιτικοποιημένου, που θα περιγελά οτιδήποτε συλλογικό ως απαρχαιομένο ή καταπιεστικό και παθητικά θα υπομένει ότι συμβεί;
  6. Σου είναι αδιάφορο να πεθαίνουν παιδία από πολέμους το 2018; Οι Ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις του ΝΑΤΟ-ΗΠΑ-ΕΕ δεν είναι ούτε φαινόμενο του προηγούμενου αιώνα, ούτε εικόνες στις ειδήσεις. Τα νούμερα είναι συγκεκριμένα: Στην Συρία τα τελευταία 7 χρόνια οι νεκροί ξεπερνούν τους 340.000 ενώ εκατομμύρια είναι οι πρόσφυγες από την ευρύτερη περιοχή. Δεν σε εκνευρίζει ο Πρωθυπουργός της χώρας σου να θεωρεί τους Αμερικανούς – που σπέρνουν το χάος στην Συρία – φίλους και προστάτες;
  7. Δέχεσαι να μην κουνιέται φύλλο στα πανεπιστήμια για τίποτα από τα προηγούμενα; Να έχουν υποθηκευμένο το μέλλον της γενιάς μας και στα πανεπιστήμια να επικρατεί ησυχία; Να πλανάται αναπάντητο από τις προηγούμενες γενιές το ερώτημα: που είναι η νεολαία για να αλλάξει τα πράγματα;
  8. Σε προσβάλει να σε θεωρούν δεδομένο οι ΔΑΠίτες; Οι χειροκροτητές του Μητσοτάκη; Αυτοί που για να συντηρούν το μηχανισμό τους φιλοξενούν μέχρι και φασίστες στα ψηφοδέλτια τους; Να είναι πρώτη δύναμη για 32η χρονιά η φωνή των διδάκτρων στις σχολές; Ο εκφραστής της ιδεολογίας της ζούγκλας και του «να φάω τον διπλανό μου»;
  9. Σου αρκεί η Αριστερά της ΚΝΕ-ΠΚΣ που ενώ δεν έχει απαντηθεί κανένα από τα – προηγούμενα-ζωτικής σημασίας ερωτήματα για την γενιά μας, κάθε χρόνο πανηγυρίζει την επιτυχία της; Τι σόι αριστερά είναι αυτή που ενώ τα πράγματα πάνε προς το χειρότερο, αυτή χαίρεται και πανηγυρίζει που είναι απλώς 2η δύναμη; Κριτήριο είναι το (κομματικό) μαγαζί ή οι φοιτητές που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί και τα συμφέροντα τους; Σε εκφράζει η φοιτητική αριστερά, η οποία μπορεί να κραυγάζει, να συνθηματολογεί ή να …δέρνεται, απομακρύνοντας ακόμα περισσότερο την συντριπτική πλειοψηφία των φοιτητών απ’ τις συλλογικές διαδικασίες;
  10. Μήπως χρειάζεται μια άλλη φοιτητική Αριστερά που θα αμφισβητεί αυτή την κατάσταση και θα κάνει βήματα προς τις απαντήσεις αυτών των ερωτημάτων; Θα αντιστέκεται καθημερινά, θα είναι λιγότερο αυτάρεσκη και περισσότερο λογική, που θα έχει τον πήχη όχι στο να «σώσει το μαγαζί της» αλλά να δώσει απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα της νεολαίας; Που δε θα αρκείται στην αυτοϊκανοποίηση και την λατρεία του καθρέφτη που το μόνο που καταφέρνει είναι να συντηρεί την αδράνεια;

        Στις φοιτητικές εκλογές δεν απέχουμε. Ενισχύουμε την δύναμη της αντίστασης και της αμφισβήτησης.

Στις 16 Μάη στηρίζουμε – ψηφίζουμε ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΔΙΚΤΥΟ ΝΕΟΛΑΙΑΣ και τα μετωπικά ψηφοδέλτια που συμμετέχει και στηρίζει.

 

0aa2526f21d94ec0cf0dfc24eb7661b7_XL

Κείμενο για το Πανελλαδικό διήμερο του ΑΡΔΙΝ, 17-18 Μαρτίου 2018

Α.Για την πολιτική της Ε.Ε. στην εκπαίδευση

1. Tο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης

Η πολιτική της Ε.Ε για την εκπαίδευση βασίζεται σε ένα πλαίσιο αντιλήψεων και κατευθύνσεων. Σε μεγάλο βαθμό αυτές αποτυπώνονται στη «Λευκή Βίβλο για την εκπαίδευση», κείμενο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 1995.

Σημείο εκκίνησης αποτελεί η θέση ότι κάτω από την επίδραση τριών παραγόντων, της εμφάνισης της κοινωνίας της πληροφορίας, της διεθνοποίησης της οικονομίας και της ακατάπαυστης προόδου του επιστημονικού και τεχνικού πολιτισμού που «τροποποιούν σημαντικά και σε διαρκή βάση το πλαίσιο της οικονομικής δραστηριότητας και τη λειτουργία των κοινωνιών μας», διαμορφώνεται μια νέα κοινωνία «της Πληροφορίας και της Γνώσης», που επιφέρει και απαιτεί αλλαγές στα πεδία τόσο της εργασίας όσο και της εκπαίδευσης. Αυτή η καταρχήν «αθώα» θέση είναι το υπόβαθρο για μια τυπικά νεοφιλελεύθερη προσέγγιση, με πυρήνα της το εξής: « Οι τεχνολογίες της πληροφορίας έχουν τροποποιήσει τη φύση της εργασίας και την οργάνωση της παραγωγής. Η μακρόχρονη τάση για ανάπτυξη μόνιμης μισθωτής εργασίας, πλήρους απασχόλησης και απροσδιόριστης διάρκειας, δείχνει να ανατρέπεται». Αφού λοιπόν η μόνιμη εργασία και η πλήρης απασχόληση… έχουν ξεπεραστεί από την εξέλιξη των πραγμάτων, απαιτείται και η αντιστοίχιση της εκπαίδευσης προς αυτή τη νέα πραγματικότητα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται: « Το κεντρικό ζήτημα: προς μια μεγαλύτερη ελαστικότητα. Οι σημερινές δομές των ιδρυμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης θα πρέπει να προσαρμοστούν […] καθώς έχουν γίνει για να εκπαιδεύουν και να καταρτίζουν τον πολίτη ή τον μισθωτό που προορίζεται για μια μόνιμη απασχόληση, τα ιδρύματα αυτά είναι υπερβολικά άκαμπτα»

Το ζητούμενο λοιπόν είναι η διαμόρφωση μιας εκπαιδευτικής διαδικασίας που θα παρέχει ευέλικτη μόρφωση που θα ανταποκρίνεται σε ένα εξίσου «ευέλικτο» και υπό διαρκή αλλαγή περιβάλλον της αγοράς εργασίας. Στη Λευκή Βίβλο γίνεται λόγος για ένα συνδυασμό γενικής μόρφωσης και εξειδικευμένης κατάρτισης με στόχο ο καθένας να « αναπτύξει την επάρκειά του για την απασχόληση και τη δραστηριότητα». Η όποια αναφορά βέβαια στο κείμενο για γενική μόρφωση και γνώση, σε καμία περίπτωση δεν γίνεται για να τονίσει την αξία της ως στοιχείου κατανόησης του φυσικού και κοινωνικού κόσμου, αλλά ως βασικής προϋπόθεσης για την κατάρτιση και την επανακατάρτιση. Η κατάρτιση και η επανακατάρτιση είναι ο σκοπός, και η γενική γνώση είναι το μέσο που οδηγεί στην καλύτερη πραγμάτωσή τους. Η γενική μόρφωση συνίσταται στην «εκμάθηση του πώς να μαθαίνουμε», με την έννοια της διαρκούς συλλογής και ανανέωσης καταρτίσεων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται «Οι βασικές γνώσεις αποτελούν το υπόβαθρο πάνω στο οποίο οικοδομείται η προσωπική δεξιότητα απασχόλησης του καθενός[…] Στη βασική εκπαίδευση πρέπει να βρεθεί μια σωστή ισορροπία ανάμεσα στην απόκτηση γνώσεων και μεθοδολογικών ικανοτήτων που βοηθάνε το άτομο να μαθαίνει μόνο του […] μια πολυδύναμη κατάρτιση βασισμένη σε διευρυμένες γνώσεις που θα αναπτύσσει την αυτονομία και θα παρακινεί να ‘’μάθουμε να μαθαίνουμε’’ δια βίου».

Η «στροφή στην κατάρτιση» έχει μια σειρά από πλευρές: α) διεύρυνση των διαδικασιών που αναγνωρίζεται ότι παρέχουν κατάρτιση, που δεν θα περιορίζει την κατάρτιση στο επίσημο (τυπικό) εκπαιδευτικό σύστημα και στους τίτλους σπουδών. Το ζητούμενο είναι αφενός καταρτίσεις λιγότερο γενικές και περισσότερο ανταποκρινόμενες στις ανάγκες της αγοράς(β) αναβάθμιση του ρόλου των επιχειρήσεων στη διαδικασία εκπαίδευσης-κατάρτισης. Σύμφωνα με τη Λευκή Βίβλο απαιτείται η συνεργασία εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων, κυρίως μέσα από τη διαδικασία της μαθητείας στις επιχειρήσεις και τίθεται ο στόχος της ανάπτυξης της μαθητείας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. (γ) προκρίνεται η λογική της δια βίου κατάρτισης και της ανανέωσης των δεξιοτήτων, στο όνομα της προσαρμογής στο διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον της αγοράς εργασίας και τις απαιτήσεις του. (δ) η κατάρτιση πρέπει να νοηθεί σαν μια διαδικασία εξατομικευμένη. Το κάθε άτομο έχει την ευθύνη για την κατάρτισή του ενώ και το αποτέλεσμα της κατάρτισης είναι ένα ατομικό πλαίσιο προσόντων-δεξιοτήτων με βάση το οποίο εντάσσεται στην αγορά εργασίας.

Παράλληλα, ανοίγει το ζήτημα της αναζήτησης νέων μορφών χρηματοδότησης της εκπαίδευσης. Αποκαλυπτικό για την λογική που υπάρχει πίσω από αυτή την κατεύθυνση «ευελιξίας» και «αναζήτησης» και στο πεδίο της χρηματοδότησης είναι το αντίστοιχο «Λευκό Βιβλίο για την Ανάπτυξη, Ανταγωνιστικότητα, Απασχόληση»: …Οι ανάγκες σε εκπαίδευση, κατάρτιση, ασφάλεια κλπ, η ανάπτυξή τους δεν μπορεί να είναι δωρεάν και να στηρίζεται στη σιωπηρή χρηματοδότηση από το φορολογούμενο… Απαιτούν τη δημιουργία νέων βάσεων πληρωμής…’’payperuse’’( πλήρωσε για τη χρήση) . Η κατεύθυνση είναι η μετατροπή της εκπαίδευσης από δημόσιο αγαθό και κοινωνικό δικαίωμα σε υπηρεσία, στην οποία ο καθένας ατομικά έχει πρόσβαση ανάλογα με την οικονομική του δυνατότητα.

Τα παραπάνω συνθέτουν ένα βαθιά νεοφιλελεύθερο πλαίσιο, μέσα στις γενικές γραμμές του οποίου κινείται η πολιτική της Ε.Ε μέχρι και σήμερα: Η (τριτοβάθμια) εκπαίδευση υποτάσσεται με άμεσο τρόπο στις απαιτήσεις της αγοράς. Αποκόπτεται από το στόχο της παροχής γνώσης πάνω σε επιστημονικά αντικείμενα. Μετατρέπεται σε πάροχο δεξιοτήτων, δηλαδή πρακτικών και άμεσα αναλώσιμων επαγγελματικών εφοδίων, όπως αυτά καθορίζονται από την αγορά. Παράλληλα, οι όποιες δεξιότητες-προσόντα προορίζονται να απαξιώνονται άμεσα στο όνομα των τεχνολογικών-οικονομικών εξελίξεων, οδηγώντας σε μια δια βίου επιστροφή του ατόμου σε δομές-μηχανισμούς κατάρτισης προκειμένου να ανανεώνει τις δεξιότητές του για να βρίσκει θέση στην αγορά εργασίας. Εν τέλει, διαμορφώνεται μια «ευέλικτη» εκπαίδευση σε αντιστοιχία με την «ευέλικτη» αγορά εργασίας, που παρέχει και ανανεώνει δεξιότητες-προσόντα όχι σε εργαζόμενους αλλά σε απασχολήσιμους, σε άτομα που θα βρίσκονται σε ένα καθεστώς μεταβαλλόμενης απασχόλησης-ανεργίας-κατάρτισης.

2. Συνθήκη της Μπολόνια και Ενιαίος Χώρος Ανώτατης Εκπαίδευσης: η νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση στην πράξη

Η Συνθήκη της Μπολόνια που υπογράφηκε από τους Ευρωπαίους Υπουργούς Παιδείας το 1999, αποτελεί τη συγκεκριμένη εφαρμογή του πλαισίου της Ε.Ε για την εκπαίδευση. Είναι ένα σημείο-σταθμός καθώς ορίζει συγκεκριμένα μέτρα για τη διαδικασία της αναδιάρθρωσης, γύρω από την υλοποίηση των οποίων σχεδιάζουν και απολογίζουν την πολιτική τους οι χώρες της Ε.Ε μέχρι και σήμερα.

Περιληπτικά, η Συνθήκη θέτει το στόχο της διαμόρφωσης ενός Ενιαίου Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης, δηλαδή ενός συστήματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με ενιαία χαρακτηριστικά σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. Για την επίτευξη αυτού του στόχου τίθενται οι ακόλουθοι άξονες:

Υιοθέτηση ενός συστήματος τίτλων σπουδών που θα είναι ευκόλως αναγνώσιμοι και συγκρίσιμοι […] με στόχο την προώθηση της απασχολησιμότητας των Ευρωπαίων πολιτών.

Υιοθέτηση ενός συστήματος σπουδών που θα στηρίζεται βασικά σε δύο κύριους κύκλους σπουδών, ένα προπτυχιακό και ένα μεταπτυχιακό. Η πρόσβαση στο δεύτερο κύκλο θα προϋποθέτει την επιτυχή ολοκλήρωση των σπουδών του πρώτου κύκλου, οι οποίες θα διαρκούν τουλάχιστον τρία χρόνια. Ο τίτλος σπουδών που θα χορηγείται μετά τον πρώτο κύκλο σπουδών θα αναγνωρίζεται στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας ως ικανό επαγγελματικό προσόν. Ο δεύτερος κύκλος θα πρέπει να οδηγεί στο μεταπτυχιακό δίπλωμα (master) ή/και στο διδακτορικό.

Καθιέρωση ενός συστήματος διδακτικών μονάδων-ανάλογου με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Μεταφοράς Διδακτικών Μονάδων (ECTS)- ως του πλέον κατάλληλου μέσου για την προώθηση της ευρύτερης δυνατής κινητικότητας των φοιτητών. Διδακτικές μονάδες μπορούν επίσης να συγκεντρώνονται και σε συστήματα εκπαίδευσης εκτός του πλαισίου της ανώτατης εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένων και των συστημάτων δια βίου εκπαίδευσης

Προώθηση της κινητικότητας

Προώθηση της ευρωπαϊκής συνεργασίας στη διασφάλιση της ποιότητας, με στόχο την ανάπτυξη συγκρίσιμων κριτηρίων και μεθοδολογιών

Προώθηση των απαραίτητων ευρωπαϊκών διαστάσεων στην ανώτατη εκπαίδευση κατά κύριο λόγο σε σχέση με τα προγράμματα σπουδών, τη συνεργασία μεταξύ των ιδρυμάτων, τα σχήματα κινητικότητας και τα ολοκληρωμένα προγράμματα σπουδών και άσκησης, κατάρτισης- επιμόρφωσης και έρευνας.

Προωθείται το σύστημα των δύο κύκλων σπουδών με τον πρώτο να έχει 3ετή διάρκεια. Η χρονική μείωση του προπτυχιακού επιπέδου δεν είναι τυχαία. Αντιστοιχεί σε μια μείωση και του γνωστικού περιεχομένου και των επαγγελματικών δικαιωμάτων. Ένας σύντομος, «απλούστερος», λιγότερο δαπανηρός για το κράτος, προπτυχιακός κύκλος (bachelor) που θα παρέχει μια αρχική κατάρτιση, ικανοποιητική για την εξασφάλιση μιας πρώτης απασχόλησης, σύμφωνα πάντα με τη λογική της «ευέλικτης» εκπαίδευσης που παρέχει σε δεξιότητες τόσα όσα αποτελούν τις άμεσες ανάγκες της αγοράς. Ένας κύκλος που ουσιαστικά παράγει μαζικά ένα δυναμικό αποφοίτων χωρίς ολοκληρωμένες επιστημονικές γνώσεις, μισοειδικευμένο που αποτελεί μια στρατιά «απασχολήσιμων» και χωρίς δικαιώματα νέων εργαζομένων. Μια πιο ολοκληρωμένη εκπαίδευση και «λιγότερο αναλώσιμη» σαν προσόν στην αγορά εργασίας, παρέχεται από τον μεταπτυχιακό τίτλο (master) για την πρόσβαση στον οποίο (συνήθως) απαιτούνται δίδακτρα, οδηγώντας τόσο στην εμπορευματοποίηση όσο και στη δημιουργία «φίλτρων» αποκλεισμού για όσους δεν έχουν να πληρώσουν και εξωθούνται στο κυνήγι προσόντων μέσω σεμιναρίων, πιστοποιήσεων, προγραμμάτων κατάρτισης.

Μια παρεμφερής εκδοχή, χωρίς φαινομενικά να θίγεται η χρονική διάρκεια της 4ετούς φοίτησης, είναι η εισαγωγή κατευθύνσεων στο προπτυχιακό επίπεδο και η απόκτηση πτυχίου με βάση αυτές. Η υπερεξειδίκευση είναι μια παραλλαγή της αποειδίκευσης ενός πιο σύντομου κύκλου σπουδών, καθώς και οι δυο καταλήγουν στην «ανάγκη» για επανακατάρτιση. Η διάσπαση των πτυχίων μέσω αυτού του τρόπου δοκιμάζεται σε χώρες όπως η Ελλάδα, που ο προπτυχιακός κύκλος παραμένει 4ετής.

Με το σύστημα των διδακτικών-πιστωτικών μονάδων (ECTS) προωθείται η κατεύθυνση της εξατομίκευσης της εκπαίδευσης/ κατάρτισης αλλά και της αναγνώρισης-νομιμοποίησης των διαφόρων δομών κατάρτισης, ιδιαίτερα των ιδιωτικών. Όλες οι διαδικασίες εκπαίδευσης, που σύμφωνα με την πολιτική της «ευελιξίας» περιλαμβάνουν από την πανεπιστημιακή εκπαίδευση μέχρι δομές κατάρτισης και δια βίου μάθησης, σεμινάρια κλπ., γίνονται μετρήσιμες σε πιστωτικές μονάδες. Ο καθένας μέσα από την «περιπλάνησή» του στις διάφορες εκπαιδευτικές δομές, συσσωρεύει πιστωτικές μονάδες που συνθέτουν τον ατομικό φάκελο προσόντων του, με βάση τον οποίο αναζητά μια θέση στην αγορά εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα πολυκατακερματισμένο δυναμικό εργαζομένων, με τα επαγγελματικά δικαιώματα του καθενός να είναι έκφραση του ατομικού φακέλου προσόντων του, χωρίς καμία συλλογική κατοχύρωση.

Ο κατακερματισμός των εργαζομένων και των δικαιωμάτων τους, προωθείται και μέσω της συγκρισιμότητας των τίτλων σπουδών με τη διαμόρφωση ενός συστήματος κατηγοριοποίησης, του Πλαισίου Προσόντων. Υπάρχει το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Προσόντων και Εθνικά Πλαίσια που αντιστοιχίζονται με αυτό. Οι διάφοροι τίτλοι σπουδών/κατάρτισης τοποθετούνται σε βαθμίδες ανάλογα με τη βαρύτητα που έχουν σαν προσόν για την αγορά εργασίας. Σε συνδυασμό με την «απελευθέρωση» του χώρου της εκπαίδευσης, με τη δημιουργία των διαφόρων δομών και διαδικασιών κατάρτισης και την επικαλυπτόμενη λειτουργία τους με την τυπική τριτοβάθμια εκπαίδευση (δηλαδή πάνω στο ίδιο αντικείμενο να υπάρχουν και σπουδές πανεπιστημιακές και προγράμματα κατάρτισης κλπ.) , οδηγεί σε αποφοίτους πολλών κατηγοριών και αντίστοιχα σε εργαζόμενους πολλών κατηγοριών και δικαιωμάτων, με την τάση βέβαια να είναι η συμπίεση δικαιωμάτων προς τα κάτω.

Η διασφάλιση της ποιότητας μέσω μηχανισμών αξιολόγησης, είναι το όχημα για την περαιτέρω υποταγή της εκπαίδευσης στο πνεύμα της αγοράς και την εμπορευματοποίηση της λειτουργίας της. Η ποιότητα όπως την ευαγγελίζεται η ευρωπαϊκή πολιτική δεν σχετίζεται με κάποιο γνωστικό/ακαδημαϊκό κριτήριο αλλά ταυτίζεται με την ανταγωνιστικότητα. Η «ποιότητα» γίνεται μετρήσιμοι δείκτες και μεγέθη, που αφορούν τα προγράμματα σπουδών και αν έχουν άμεση ανταπόκριση στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας με βάση τις υποδείξεις των εργοδοτών (βαθμός ικανοποίησης από τους απασχολούμενους αποφοίτους, γνώμη για τους προσερχόμενους για εύρεση εργασίας αποφοίτους κλπ), την αναλογία φοιτητών-καθηγητών, το μέσο χρόνο αποφοίτησης και τους «λιμνάζοντες-αιώνιους» φοιτητές, αν τα προγράμματα έρευνας έχουν αντικείμενο που προσελκύει την ιδιωτική χρηματοδότηση (δηλαδή ανταποδοτικό με όρους κέρδους), αν συνολικά ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα εμφανίζει έσοδα πέρα από την κρατική χρηματοδότηση. Η αξιολόγηση και η σύνδεσή της με την χρηματοδότηση των ιδρυμάτων (όπως συμβαίνει ήδη με χρηματοδότηση προερχόμενη από ευρωπαϊκά προγράμματα), είναι το μέσο για την προσαρμογή στις απαιτήσεις της αγοράς και για την προώθηση της εμπορευματοποίησης. Εμπορευματοποίηση κυρίως έμμεση (δίδακτρα, ιδιωτική χρηματοδότηση ή συγχρηματοδότηση σε τυπικά δημόσιες δομές/διαδικασίες κλπ) αλλά και άμεση (εκχώρηση πεδίων της εκπαίδευσης/έρευνας στο ιδιωτικό κεφάλαιο).

……………………….

3. Η ευρωπαϊκή πολιτική μέσω της διαδικασίας της Μπολόνια πλέον είναι εν πολλοίς ολοκληρωμένη, με την έννοια ότι στα επιμέρους κράτη (συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας) έχει νομοθετηθεί το μεγαλύτερο μέρος των αξόνων που προέβλεπε η Διακήρυξη του 1999. Από αυτή την άποψη έχει διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό ο Ενιαίος Χώρος Ανώτατης Εκπαίδευσης. Η πολιτική της Ε.Ε εστιάζει στο να βαθύνουν οι αναδιαρθρώσεις που έχουν θεσμοθετηθεί, δίνοντας βάρος σε μια πιο πλήρη εφαρμογή του συστήματος των διδακτικών μονάδων και των Πλαισίων Προσόντων, της αναγνώρισης και κατάταξης των διαφόρων διαδικασιών εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Παράλληλα, δύο ζητήματα εμφανίζονται στο επίκεντρο της πολιτικής της Ε.Ε: Το πρώτο αφορά το ζήτημα της χρηματοδότησης. Στο όνομα και της κρίσης, των δημοσιονομικών περιορισμών και της συρρίκνωσης της δημόσιας χρηματοδότησης στην εκπαίδευση, τίθεται με μεγαλύτερη ένταση η κατεύθυνση για «εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης», δηλαδή για ιδιωτικά κεφάλαια. Και επειδή τα πανεπιστήμια πρέπει να προσελκύσουν την ιδιωτική χρηματοδότηση, τα «εργαλεία» που προτείνονται είναι η μεγαλύτερη αυτονομία των ιδρυμάτων για την εξασφάλιση της αποδοτικότητάς τους. Εν ολίγοις, πανεπιστήμια «ελεύθερα να καθορίζουν τις δομές και τις στρατηγικές τους και να διαφοροποιούνται από τους ανταγωνιστές τους (= τα άλλα πανεπιστήμια)» προκειμένου να κρίνονται αποδοτικά με όρους αγοράς, για να αυξάνουν τα ιδιωτικά τους έσοδα.

Το δεύτερο την αναβάθμιση της συμμετοχής των επιχειρήσεων στην εκπαίδευση. Για την Ε.Ε υπάρχει ένα τρίγωνο γνώσης αποτελούμενο από την τριτοβάθμια εκπαίδευση, την έρευνα και τις επιχειρήσεις και το ζητούμενο είναι η ενεργοποίησή του, μέσω της σύμπραξης ιδρυμάτων και επιχειρήσεων. Μάλιστα όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται χρειάζεται «η ενθάρρυνση της σύμπραξης και συνεργασίας με τις επιχειρήσεις ως βασική δραστηριότητα των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης». Πλευρές αυτής της δραστηριότητας: ενθάρρυνση των επιχειρηματικών δεξιοτήτων στους κύκλους σπουδών, αξιοποίηση της έρευνας για εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες, πολύμορφες συμπράξεις/συνεργασίες ιδρυμάτων και επιχειρήσεων κλπ. Με άλλα λόγια ένταση της προσαρμογής των πανεπιστημίων στις ανάγκες της αγοράς.

4. Η πάλη για δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση αναγκαστικά αφορά και τη σύγκρουση με το πλαίσιο που θέτει η Ε.Ε. Είναι αναγκαία η αντίσταση απέναντι στα συγκεκριμένα μέτρα που υλοποιούν την πολιτική της Ε.Ε στην εκπαίδευση ( π.χ εισαγωγή κατευθύνσεων στα πτυχία, αξιολόγηση, δίδακτρα κλπ) και στην εφαρμογή τους. Κυρίως όμως είναι αναγκαία η αμφισβήτηση του ιδεολογικού πλαισίου της πολιτικής της. Της προσαρμογής της εκπαίδευσης στο πνεύμα και τις επιταγές της αγοράς, τη λειτουργία με όρους ανταγωνισμού και ανταποδοτικότητας, τη μετατροπή της σε υπηρεσία/εμπόρευμα που εξασφαλίζεται ατομικά και με βάση τη δυνατότητά του να πληρώνει, την «αποτίμησή» της σε προσόντα και το κυνήγι για την εξασφάλισή τους με πτυχία, μεταπτυχιακά, σεμινάρια, δια βίου μάθηση κλπ, την αντίληψη ότι η εργασία και η ανεργία συνδέονται με μια ατομική ευθύνη συλλογής/ανανέωσης προσόντων και όχι με τον καπιταλισμό σαν σύστημα και τις πολιτικές που ακολουθούνται.

– Επιστημονική μόρφωση και όχι «κατάρτιση και ευελιξία»

– Έξω από το σύστημα της Μπολόνια

 Αποχώρηση των ελληνικών ιδρυμάτων από τον Ενιαίο Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης

Β. Πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων για την εκπαίδευση

Το άρθρο 16

Το 2006-2007 επιχειρήθηκε να προχωρήσει η αναδιάρθρωση της ελληνικής εκπαίδευσης με μια ευθεία επίθεση στο δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα της, μέσα από την προσπάθεια για αναθεώρηση του άρθρου 16 που θα έδινε τη δυνατότητα ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων ισότιμων με τα δημόσια.

Το μαζικό φοιτητικό κίνημα που ξέσπασε, μπλόκαρε το σχεδιασμό της αναθεώρησης, αποδεικνύοντας ταυτόχρονα την αποτελεσματικότητα του στο να δίνει και να κερδίζει μάχες απέναντι στην πολιτική Ε.Ε και κυβερνήσεων, αποτελεσματικότητα που από τότε βέβαια ψάχνει.

Η οικονομική κρίση και η ένταξη στα μνημόνια από το 2010, οδήγησαν και σε μια νέα φάση την κυβερνητική πολιτική στο χώρο της εκπαίδευσης. Ουσιαστικά μιλάμε για ένα συνδυασμό προώθησης των αναδιαρθρώσεων που ορίζουν οι κατευθύνσεις της Ε.Ε με την υποχρηματοδότηση στο πλαίσιο της «δημοσιονομικής προσαρμογής», δηλαδή των περικοπών σε καθετί δημόσιο και ιδιαίτερα σε υγεία και παιδεία.

Νόμος Διαμαντοπούλου- σταθμός στην υλοποίηση της Μπολόνια

  1. Βασικό σημείο η νέα διάρθρωση των σπουδών. Οι σπουδές στην ανώτατη εκπαίδευση «πέφτουν» στα 3 έτη και οργανώνονται στους τρεις κύκλους του ευρωπαϊκού χώρου ανώτατης εκπαίδευσης, ενώ εισάγεται και το σύστημα των πιστωτικών μονάδων. Ο πρώτος κύκλος συνίσταται στην παρακολούθηση ενός προγράμματος σπουδών και περιλαμβάνει μαθήματα που αντιστοιχούν κατ’ ελάχιστον σε 180 ακαδημαϊκές μονάδες (α.μ.). Ένα έτος αντιστοιχεί τουλάχιστον σε 60 α.μ. Ένα ίδρυμα μπορεί να οργανώνει και προγράμματα σύντομου κύκλου σπουδών, ως μέρος του πρώτου κύκλου σπουδών ή συνδεδεμένα με αυτόν, που αντιστοιχούν κατ’ ελάχιστο σε 60 και κατά ανώτατο όριο σε 120 α.μ. και οδηγούν στην απονομή διπλώματος σύντομου κύκλου. Ο δεύτερος κύκλος συνίσταται στην παρακολούθηση προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών και περιλαμβάνει μαθήματα που αντιστοιχούν κατ’ ελάχιστο σε 60 και κατά μέγιστο σε 120 α.μ. Ο τρίτος κύκλος είναι οι διδακτορικές σπουδές. Μπορεί να περιλαμβάνει μαθήματα που αντιστοιχούν κατ’ ελάχιστο σε 60 και κατά μέγιστο σε 120 α.μ. καθώς και την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής.
  2. Οι διαδικασίες αξιολόγησης της ποιότητας που είχαν εισαχθεί από το 2005 ενισχύονται. Από συμβουλευτικές για τα ιδρύματα και τις διοικήσεις τους, οι διαδικασίες αξιολόγησης μετατρέπονται σε διαδικασίες πιστοποίησης. Για το λόγο αυτό, διευρύνονται οι αρμοδιότητες της Μονάδας Διασφάλισης της Ποιότητας (ΜΟΔΙΠ) κάθε ιδρύματος ώστε να αποτελέσει το όργανο της διοίκησης κάθε ιδρύματος που σχεδιάζει, αναπτύσσει και συντονίζει τις εσωτερικές διαδικασίες διασφάλισης της ποιότητας του ιδρύματος και υποστηρίζει τις διαδικασίες εξωτερικής πιστοποίησης. Η ανεξάρτητη Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας (ΑΔΙΠ) που θεσμοθετήθηκε το 2005 μετεξελίσσεται και αναλαμβάνει την αρμοδιότητα για την πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών και των εσωτερικών συστημάτων διασφάλισης της ποιότητας των ιδρυμάτων.
  3. Για τη βελτίωση της απόδοσης των ιδρυμάτων και την εισαγωγή κινήτρων στη λειτουργία τους, η δημόσια χρηματοδότηση κατανέμεται στα ιδρύματα με βάση αντικειμενικά κριτήρια και δείκτες και διακρίνεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος κατανέμεται στα ιδρύματα με βάση τον αριθμό των ενεργών φοιτητών που εγγράφονται σε αυτό και το κόστος σπουδών ανά φοιτητή. Το υπόλοιπο κατανέμεται στα ιδρύματα με βάση τους δείκτες ποιότητας και επιτευγμάτων και σύμφωνα με τον βαθμό επίτευξης των στόχων που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ της πολιτείας και των ιδρυμάτων. Κάθε ίδρυμα επιλέγει τους δείκτες ποιότητας και επιτευγμάτων με βάση τους οποίους επιθυμεί να αξιολογηθεί, ώστε, παράλληλα με τη βελτίωση της απόδοσης και της αποτελεσματικότητας διασφαλίζεται η δυνατότητα των ιδρυμάτων να διαφοροποιούν τη στρατηγική ανάπτυξής τους.
  4. Ένα Νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) σε κάθε ΑΕΙ. Για την ενίσχυση της διοικητικής ευελιξίας, σε κάθε ΑΕΙ ιδρύεται με ΠΔ ειδικό νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου υπό την εποπτεία του Συμβουλίου του ιδρύματος. Πρόεδρος του ΝΠΙΔ ορίζεται ένας εκ των Αναπληρωτών Πρυτάνεων/Προέδρων, επιλογής του Πρυτάνεως/Προέδρου. Το ΝΠΙΔ του ιδρύματος διαχειρίζεται και αξιοποιεί τους πόρους των ερευνητικών και αναπτυξιακών προγραμμάτων και της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους και την αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνάς τους. Για την καλύτερη αξιοποίηση, τη βελτίωση της απόδοσης και της ποιότητας των υπηρεσιών δύναται να ανατίθενται στο ΝΠΙΔ και υπηρεσίες προς φοιτητές (φοιτητικές εστίες, εστιατόρια, κυλικεία, κλπ.). Παραμένουν οι τετραετείς προγραμματισμοί των Ιδρυμάτων. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα είναι ο ΙΝΕΔΙΒΙΜ.
  5. Καθιέρωση του ν+2 ως ορίου φοίτησης και των διαγραφών των «αιώνιων» φοιτητών, μέτρα που αφενός αφορούσαν την πειθάρχηση του φοιτητικού σώματος μέσα από την εντατικοποίηση των σπουδών, αφετέρου την προσαρμογή στα όσα ορίζουν τα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα ανταγωνιστικότητας των ιδρυμάτων (αναλογία καθηγητών-φοιτητών, μέσος χρόνος αποφοίτησης).

Η κατάργηση του μέτρου της διαγραφής φοιτητών μαζί με την κατάργηση των Συμβουλίων Ιδρύματος, ήταν και το σημείο όπου η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ εξάντλησε την όποια «αριστερή» πολιτική της για την εκπαίδευση με το ν/σ Μπαλτά.

Εξωτερική αξιολόγηση: Κριτήριο αξιολόγησης οι ανάγκες της αγοράς

Ο όρος αξιολόγηση δεν είναι εξ ορισμού κάτι αρνητικό. Καθορίζεται όμως από το ερώτημα «πώς, από ποιόν και για ποιόν». Η αξιολόγηση που προβλέπεται από τον νόμο Διαμαντοπούλου και τον ΟΟΣΑ δεν αφορά μία υγιή διαδικασία με συμμετοχή του δυναμικού της ακαδημαϊκής κοινότητας από τους φοιτητές μέχρι τους καθηγητές που αποσκοπεί στη βελτίωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Πρόκειται για την συγκρισιμότητα των εκπαιδευτικών συστημάτων και την αναγνώριση των αποδοτικών στην έρευνα προς όφελος των επιχειρήσεων. Διεξάγεται από εξωτερικούς «ειδικούς εμπειρογνώμονες που με μοναδικό κριτήριο το εάν ένας επιστημονικός κλάδος είναι χρήσιμος για την αγορά εργασίας και παράγει έρευνα για τις επιχειρήσεις θα καθορίζουν την χρηματοδότηση του πανεπιστημίου. Αυτό αναπόφευκτα θα δώσει την χαριστική βολή στις ανθρωπιστικές επιστήμες ως μη αποδοτικές αλλά και σε κλάδους θετικών επιστημών που δεν είναι πια χρήσιμοι για την αγορά εργασίας. Θα δούμε σχολές να κλείνουν/συγχωνεύονται λόγω της οικονομικής αφαίμαξης ή να αναζητούν πόρους από ιδιώτες, εργαστήρια να θεωρούνται άχρηστα και επομένως μαθήματα να καταργούνται κτλ.

Η έρευνα για τις ανάγκες των επιχειρήσεων και όχι της κοινωνίας και της νεολαίας (νόμος Αρβανιτόπουλου και Φίλη)

Η έρευνα είναι αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη της επιστήμης, της οικονομίας και της κοινωνίας συνολικά. Ποια συμφέροντα όμως θα εξυπηρετεί η έρευνα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση; Ο νόμος Φίλη στο κομμάτι της έρευνας υιοθετούσε πλήρως τη γκάμα διατάξεων του ν. Αρβανιτόπουλου επί Κυβέρνησης Σαμαρά και τις επιταγές του ΟΟΣΑ. Βασικό στοιχείο της έρευνας είναι η ενίσχυση της εμπορευματοποίησης της και η λειτουργία της με όρους επιχειρηματικής μονάδας. Η παραγόμενη ακαδημαϊκή έρευνα όμως μπορεί να μεταφέρει πιο εύκολα τα αποτελέσματά της στην αγορά προκειμένου να την αξιοποιήσει για την κερδοφορία της, όταν γίνεται πεδίο επεξεργασίας της ίδιας της αγοράς. Επομένως ο δημόσιος χαρακτήρας αποσύρεται με γοργούς ρυθμούς και από την έρευνα, που περνά και αυτή στα χέρια ερευνητών με προσόντα στην προσέλκυση κεφαλαίου. Δίνεται ώθηση στην συνεργασία της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης με επιχειρηματικές και βιομηχανικές μονάδες, χτίζεται ένα δίκτυο διαμορφωμένων περιοχών, που δημιουργούνται με σκοπό: την ενίσχυση των δεσμών των ακαδημαϊκών, ερευνητικών και τεχνολογικών φορέων με τις επιχειρήσεις και τους λοιπούς φορείς. Η αποδέσμευση ερευνητικών φορέων από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών τους οδηγεί αναπόφευκτα στην αναζήτηση πόρων, εξωθώντας τους έτσι στην ανάπτυξη συμπράξεων με επιχειρηματικούς φορείς. Είναι ξεκάθαρο ότι πρόκειται για την έρευνα εκείνη που θα γίνεται προς όφελος της άρχουσας τάξης και των αναγκών του κεφαλαίου. Όταν η γνώση και η πρόοδος της υποτάσσεται στο σύστημα του κέρδους και του ανταγωνισμού χάνει την αυτοτέλεια της, την υγιή εξέλιξη της, γίνεται αντικείμενο και αυτοσκοπός ελέγχου της οικονομίας, γεννά επιστήμονες μηχανές χρήσιμους για την κερδοσκοπία των λίγων, και όχι ανθρώπους που η επιστήμη τους θα εξυπηρετεί τον άνθρωπο.

Ένα συμπέρασμα, που μπορούμε ασφαλώς να εξάγουμε, είναι ότι oι κρίσεις του κεφαλαίου αντιμετωπίζονται ως μια «επενδυτική ευκαιρία» και για τον χώρο της εκπαίδευσης, καθώς το κράτος μειώνει τις δαπάνες και προχωράει σε εκτεταμένες αναδιαρθρώσεις με σκοπό την εμπορευματοποίηση. Από το 2009 έως και το 2013 η χρηματοδότηση στην ΕΕ των 28 κρατών-μελών μειώθηκε από 5,3% σε 5,05%. Η μείωση αυτή ήταν πιο μεγάλη στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας (ακόμα πιο μεγάλη αν συνυπολογίσουμε και τη μείωση του ΑΕΠ σε απόλυτους αριθμούς σε Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, Κύπρο, Ιρλανδία), ενώ σε χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία, το Βέλγιο ή στις Σκανδιναβικές χώρες παρατηρείται διατήρηση ή και αύξηση της χρηματοδότησης μαζί με τη διατήρηση ή και την ραγδαία αύξηση (πχ στη Γερμανία) του ΑΕΠ.

Προγράμματα σπουδών-διαβατήρια για την ανεργία, τη μετανάστευση και την επισφαλή εργασία (για τα ects)

Η ανταγωνιστική αγορά, με την ανεργία των νέων σε πρωτοφανή επίπεδα και την οικονομική κρίση να συνεχίζεται, έχει ανάγκη μία άλλη μορφή επιστημόνων και εργαζομένων. Άξονας των αλλαγών, όπως έχουν ήδη προωθηθεί σε πολλά τμήματα της χώρας είναι η δημιουργία προγραμμάτων σπουδών στηριγμένα στην υπερεξειδίκευση και την επανακατάρτιση εφ όρου ζωής, στη διάλυση και διάσπαση των πτυχίων, στην εντατικοποίηση των σπουδών, σε ατομικούς φακέλους προσόντων. Τα στοιχεία αυτά δεν έχουν καμία σχέση με ένα δυνατό πτυχίο που θα σου εξασφαλίσει δικαιώματα και μία θέση εργασίας. Στην πραγματικότητα η υπερεξειδίκευση μας εφοδιάζει με ένα πτυχίο μιας χρήσης μπροστά στην μεταβολή των αναγκών της αγοράς. Αναπόδραστα τα πανεπιστήμια θα βγάζουν στρατιές ανέργων ή ευέλικτων εργαζομένων που θα αναγκάζονται σε συνεχή επανακατάρτιση μέσα από κοστοβόρα μεταπτυχιακά και σεμινάρια προκειμένου να μπορέσουν να διατηρήσουν ή να εξασφαλίσουν μια θέση εργασίας. Σ’ αυτήν την λογική κινείται και η διάταξη του ν. Διαμαντοπούλου για την διάρθρωση των σπουδών σε κύκλους και το σύστημα των πιστωτικών μονάδων.

Ίδιο τροπάρι και από τον Γαβρόγλου (ν. Γαβρόγλου)

  • Διάσπαση πτυχίων: Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ο Υπουργός Γαβρόγλου προωθούν και αυτοί τις πάγιες πολιτικές της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ. Ο νέος ν. Γαβρόγλου αναγωρίζει τα 5 ετή προγράμματα σπουδών ως master. Κάτι τέτοιο μπορεί να φαντάζει θετικό πχ. για τους φοιτητές των Πολυτεχνείων, ωστόσο προωθεί δια της πλαγίου την διάσπαση των πτυχίων σε bachelor και master.
  • Προϊόντα και υπηρεσίες εκπαίδευσης: Σε άμεση συνάρτηση με την διάσπαση των πτυχίων βρίσκεται η θεσμοθέτηση προϊόντων και υπηρεσιών εκπαίδευσης που θα παρέχονται από τα πανεπιστήμια επί πληρωμή. Συγκεκριμένα προβλέπονται προγράμματα που θα παρέχουν πιστοποιητικά μη τυπικής εκπαίδευσης από Κέντρα Επιμόρφωσης και Δια Βίου Μάθησης του κάθε πανεπιστημίου και διετή προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης για αποφοίτους ΕΠΑ.Λ. Ειδικά για τα πρώτα, ο νόμος είναι ξεκάθαρος για το πώς θα χρηματοδοτούνται: α) χρηματοδοτήσεις από επιχειρησιακά ή άλλα προγράμματα που συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, β) χρηματοδοτήσεις από φορείς του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα και από την Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλους διεθνείς οργανισμούς, καθώς και δωρεές και χορηγίες προς το Κέντρο, γ) έσοδα από εκπαιδευόμενους, σε περίπτωση που το πρόγραμμα δεν χρηματοδοτείται σύμφωνα με τις περιπτώσεις α’ και β΄, δ) έσοδα από την ανάπτυξη, παραγωγή και αξιοποίηση εκπαιδευτικού και άλλου υλικού, από την εκπόνηση μελετών, από την παροχή υπηρεσιών και από την εκτέλεση επιμορφωτικών έργων που αφορούν στην δια βίου μάθηση […].
  • Σύνδεση πανεπιστημίου-αγοράς: Ο ν. Γαβρόγλου αυτό το επιτυγχάνει με την ίδρυση των Περιφερειακών Συμβουλιών Ανώτατης Εκπαίδευσης. Τα ΠΣΑΕ στην ουσία θα αντικαταστήσουν τα Συμβούλια Ιδρύματος (που προβλέφθηκαν πρώτη φορά με τον ν. Διαμαντοπούλου). Η εισαγωγή των ΠΣΑΕ που θα συμμετέχουν τοπικοί φορείς και επιχειρηματίες στόχο έχουν την σύνδεση ακόμα περισσότερο του πανεπιστημίου με την αγορά. Η κατεύθυνση είναι ένα πανεπιστήμιο της αγοράς που θα προσελκύει χρηματοδότηση, θα αξιολογείται, θα αναπτύσσεται ή θα συρρικνώνεται με κριτήριο την αγοραία αποδοτικότητα του. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τον νόμο: Τα Περιφερειακά αυτά Συμβούλια με βάση συγκεκριμένες προτάσεις, και με σύμφωνη γνώμη των Ιδρυμάτων της κάθε περιφερείας, θα διεκδικούν χρηματοδοτήσεις και από πήγες διαφορετικές του κρατικού προϋπολογισμού (ΠΕΠ), αλλά και διεθνείς φορείς, όπως για παράδειγμα η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Τα μέλη τους θα εκπροσωπούν τα Πανεπιστήμια, ΤΕΙ και Ερευνητικά Κέντρα ανά Περιφέρεια και θα αναδεικνύονται με εκλογικές διαδικασίες των φορέων στις όποιες θα δύνανται να μετέχουν υποψήφιοι από την Ελλάδα και το εξωτερικό χωρίς ποσόστωση.

Γ. Για την υποχρηματοδότηση της Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης

Τα τελευταία 7 χρόνια η επιβολή των μνημονίων από τις μνημονιακές κυβερνήσεις, την Ε.Ε. και το Δ.Ν.Τ. είχε ως συνέπεια να διαμορφωθεί μια νέα κατάσταση στην κοινωνία και την χώρα. Αύξηση της ανεργίας, κόψιμο κοινωνικών παροχών και γκρέμισμα δικαιωμάτων είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της περιόδου. Μεγάλο θύμα των μνημονιακών πολιτικών ήταν η Τριτοβάθμια εκπαίδευση. Στον βωμό της αποπληρωμής του χρέους, η μείωση της κρατικής χρηματοδότησης των Πανεπιστημίων έφτασε στο 80%. Η μείωση αυτή σε συνδυασμό με το κούρεμα των αποθεματικών των Ιδρυμάτων με το PSI που οδήγησε στην απώλεια 200 εκατομμυρίων ευρώ, ναρκοθέτησαν και υποβάθμισαν τον δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα της εκπαίδευσης.

Χαρακτηριστικά με βάση τα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους:

Την περίοδο 2005-2009 παρατηρείται αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης. Από τα 971,4 εκ. το 2005 σε 1.305,8 εκ. το 2009 (περίοδος προ των μνημονίων). Η εφαρμογή των μνημονίων αποτέλεσε τομή. Από τα 1.305,8 εκ. το 2009 έφτασε στα 969,9 εκ. το 2013.

Ερώτημα 1ο: Γιατί δεν πέφτουν λεφτά για την παιδεία; Που πηγαίνουν τα λεφτά των φορολογουμένων και των «πακέτων διάσωσης» της Ελλάδας; Όπως βλέπουμε και στο διπλανό γράφημα, το 81% των χρημάτων που πήρε η χώρα μας από το πρώτο «πακέτο διάσωσης» δαπανήθηκαν για την εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων και των τραπεζών. Εν ολίγοις: Λεφτά όχι για τις ανάγκες μας αλλά για τις ανάγκες των δανειστών!

Ερώτημα 2ο: Γιατί ενώ υπάρχει αύξηση της δημόσιας δαπάνης για την παιδεία την διετία 2016-2018 (2,8% του ΑΕΠ) βλέπουμε πως τα περισσότερα Ιδρύματα είναι υπό κατάρρευση με αποκορύφωμα τα έντονα προβλήματα που προέκυψαν πέρυσι με την αναστολή διανομής συγγραμμάτων, την σίτιση και την στέγαση των φοιτητών; Η απάντηση είναι διπλή. Από την μία, κατόπιν συνεχών μειώσεων την 6ετία 2009-2015 φαίνονται πλέον ξεκάθαρα οι συνέπειες της υποχρηματοδότησης και από την άλλη, η συμφωνία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και των δανειστών για πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 3,5% σημαίνει περαιτέρω κόψιμο των κοινωνικών παροχών και, συνεπώς, και των φοιτητικών παροχών όπως τα συγγράμματα, οι λέσχες και οι εστίες.

Ποιες οι συνέπειες της υποχρηματοδότησης στο Πανεπιστήμιο και τους φοιτητές;

  • Τα αμφιθέατρα γεμάτα…τα πανεπιστήμια χωρίς καθηγητές: Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας κατά την πενταετία του 2010-2015 το διδακτικό προσωπικό των πανεπιστημίων μειώθηκε κατά 40,3%, από 24.636 το 2010 σε 14.686 το 2015, την ίδια ώρα που οι φοιτητές αυξήθηκαν σημαντικά: οι προπτυχιακοί φοιτητές από 262.753 το 2009-2010 σε 279.871 το 2014-2015. Αποτέλεσμα είναι η αναλογία φοιτητών προς καθηγητές στα πανεπιστήμια από 8,58% που ήταν το 2010 να τριπλασιαστεί στο 24,01% το 2015. Με βάση τον γενικό κανόνα στα χρόνια των μνημονίων ότι για κάθε 5 αποχωρήσεις καθηγητών (πχ λόγω συνταξιοδότησης) θα γίνεται μια πρόσληψη γίνεται αντιληπτό ότι οι μειώσεις προσωπικού συνεχίζονται με μαθηματική ακρίβεια. Άμεση συνέπεια για τους καθηγητές, ο αυξημένος φόρτος εργασίας. Άμεση συνέπεια για τους φοιτητές το στοίβαγμα τους στις αίθουσες (που συνεπάγεται κακή ποιότητα διδασκαλίας) και η κατάργηση επαναληπτικών μαθημάτων και εξεταστικών (καθώς δεν υπάρχουν καθηγητές για να διδάξουν και να εξετάσουν) με αποτέλεσμα οι σπουδές να γίνονται πιο εντατικές.
  • Μείωση εισακτέων: Πριν 1 χρόνο οι διοικήσεις των Ιδρυμάτων απέστειλαν προτάσεις στο Υπουργείο Παιδείας για δραστικές περικοπές στον αριθμό των εισακτέων λόγω της υποχρηματοδότησης, του μεγάλου αριθμού συνταξιοδοτήσεων διδακτικού προσωπικού που δεν αναπληρώθηκαν πάλι λόγω υποχρηματοδότησης και της έλλειψης υποδομών.
  • Δίδακτρα στα μεταπτυχιακά: Ο νέος ν. Γαβρόγλου για την παιδεία θεσμοθετεί δίδακτρα για όλα τα μεταπτυχιακά προγράμματα. Συγκεκριμένα αναφέρει «Με την απόφαση ίδρυσης καθορίζονται…τα τυχόν τέλη φοίτησης», ενώ παρακάτω ότι «Σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, κατά τις οποίες τα λειτουργικά έξοδα ενός Π.Μ.Σ. δεν καλύπτονται…μέρος των λειτουργικών του εξόδων μπορεί να καλύπτεται από τέλη φοίτησης». Όσο και αν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να παίξει με τις λέξεις, αντικαθιστώντας την λέξη «δίδακτρα» με τα «τέλη φοίτησης» η ουσία παραμένει η ίδια. Η συνεχής μείωση της κρατικής χρηματοδότησης θα σημαίνει δίδακτρα για τους φοιτητές και υποβάθμιση των σπουδών μας. Είναι κοροϊδία ότι τέλη φοίτησης θα υπάρχουν μόνο αν τα λειτουργικά έξοδα δεν βγαίνουν την στιγμή που τα περισσότερα τμήματα δηλώνουν αδυναμία κάλυψης των λειτουργικών τους εξόδων και κλείνουν λόγω της αδυναμίας τους να πληρώσουν. Σαν να μην έφτανε αυτό, ο νέος νόμος απαλλάσσει μόνο το 30% των φοιτητών από τα «τέλη εγγραφής». Με το μέτρο αυτό αποκλείονται φοιτητές από τις μεταπτυχιακές σπουδές. Η κυβέρνηση μας λέει πως αν θέλουμε να κάνουμε μεταπτυχιακό θα πρέπει να χώσουμε το χέρι μας βαθιά στην τσέπη (βλ. μεταπτυχιακό στη Νομική Αθήνας με κόστος 1200€). Ακόμα, η θεσμοθέτηση διδάκτρων στα μεταπτυχιακά ανοίγει τον ασκό του Αιώλου για την επιβολή διδάκτρων και στα προπτυχιακά. Οι δηλώσεις Μπουτάρη και του αν. Πρύτανη του ΑΠΘ Λαόπουλου για δίδακτρα στο προπτυχιακό είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.
  • Καταργήσεις τμημάτων και συγχωνεύσεις σχολών: Με μειωμένη την κρατική χρηματοδότηση πολλά τμήματα δεν μπορούν να λειτουργήσουν. Μετά το περιβόητο «Σχέδιο Αθηνά» με το οποίο συγχωνεύτηκε το 30% των τμημάτων ο νέος νόμος Γαβρόγλου προβλέπει περαιτέρω συγχωνεύσεις και καταργήσεις τμημάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα φέτος το σχέδιο του Υπουργείου Παιδείας για το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής όπου συγχωνεύονται το ΤΕΙ Αθήνας και Πειραιά. Ουσιαστικά συγχωνεύονται δύο ΤΕΙ με τεράστια προβλήματα χρηματοδότησης χωρίς να προβλέπεται αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης γι’αυτά, μόνο και μόνο για να μειωθεί ο αριθμός τους. Η μεταφορά έδρας (με τις συγχωνεύσεις) ή οι καταργήσεις τμημάτων, σε μια περίοδο όπου κυρίαρχο κριτήριο επιλογής σχολής για έναν φοιτητή είναι η πόλη που βρίσκεται το πανεπιστήμιο, αποκλείει πολλούς φοιτητές από την Τριτοβάθμια εκπαίδευση ή τους αναγκάζει να εγκαταλείψουν τις σπουδές τους.
  • Φοιτητική «μέριμνα»: Το μεγαλύτερο θύμα της υποχρηματοδότησης είναι η φοιτητική μέριμνα. Μια ματιά να ρίξει κανείς στο τελευταίο τρίμηνο του 2017 καταλαβαίνει το μέγεθος της διάλυσης. Η κατάσταση στις Φοιτητικές Εστίες πανελλαδικά είναι αποκαρδιωτική. Κτίρια που δεν συντηρούνται και είναι υπό κατάρρευση, εκβιαστική είσπραξη παράνομων ενοικίων από τους οικοτρόφους και το κερασάκι στην τούρτα…ο φετινός αποκλεισμός 200 φοιτητών από τις Φοιτητικές Εστίες του ΑΠΘ λόγω έλλειψης υποδομών. Αναρωτιόμαστε αν αυτοί οι 200 φοιτητές μπορούν να σπουδάσουν; Σαν να μην έφταναν όλα αυτά οι οικότροφοι των εστιών τον Νοέμβρη βρέθηκαν αντιμέτωποι με την διακοπή της σίτισης σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Ξάνθη. Οι υπεύθυνοι για την κατάσταση αυτή έχουν ονοματεπώνυμο: Είναι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και το ΙΝΕΔΙΒΙΜ (αρμόδιος φορές για τις Φοιτητικές Εστίες). Από την μία, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ λόγω του ασφυκτικού μνημονιακού πλαισίου δεν χρηματοδοτεί πλέον την φοιτητική μέριμνα και από την άλλη ο ΙΝΕΔΙΒΙΜ που παίζει κρυφτούλι όσον αφορά τις οικονομικές του δραστηριότητες. Προκαλεί οργή το πόρισμα του Σώματος Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης για τα φαινόμενα διαφθοράς και κακοδιαχείρισης του ΙΝΕΔΙΒΙΜ κατά την περίοδο 2011-2017 με τις ευθύνες να βαραίνουν τις μνημονιακές κυβερνήσεις ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ, καθώς τα μέλη του ΔΣ του ΙΝΕΔΙΒΙΜ διορίζονται από τον εκάστοτε αρμόδιο υπουργό. Μνημονιακές κυβερνήσεις και ΙΝΕΔΙΒΙΜ παίζουν με αυτονόητα δικαιώματα των φοιτητών και στήνουν «γλέντια διαφθοράς» πάνω στις πλάτες μας.

Η υποχρηματοδότηση δεν αγγίζει μόνο τις λέσχες και τις εστίες αλλά εξαπλώθηκε σαν γάγγραινα φέτος και στα πανεπιστημιακά μας συγγράμματα. Κινδυνεύσαμε αυτή την ακαδημαϊκή χρονιά να μην πάρουμε συγγράμματα καθώς η κυβέρνηση χρωστούσε 50 εκ. στον Σύλλογο Εκδοτών. Το πρόβλημα αυτό ενδέχεται να ξαναυπάρξει δεδομένου ότι η κυβέρνηση Τσίπρα έχει συμφωνήσει πλεονάσματα ύψους 3,5% που σημαίνει περαιτέρω κόψιμο των δωρεάν παροχών προς τους φοιτητές.

Η κυβέρνηση κοροϊδεύει τους φοιτητές και στο θέμα του στεγαστικού επιδόματος που ανέρχεται στα 1000 €. Η αλήθεια είναι ότι με 1000€ δεν καλύπτονται οι στοιχειώδεις ανάγκες στέγασης ενός φοιτητή και μάλιστα τίθενται και πολύ αυστηρές προϋποθέσεις. Τέτοια προϋπόθεση είναι ότι οι γονείς των φοιτητών ή οι ίδιοι δεν θα πρέπει να είναι κύριοι κατοικιών που ξεπερνούν τα 200 τμ αθροιστικά. Η πραγματικότητα είναι ότι πολλές φορές οικογένειες έχουν παραπάνω του ενός σπίτια χωρίς αυτό να σημαίνει κάτι για την οικονομική τους κατάσταση. Άλλη προϋπόθεση είναι ότι ο φοιτητής θα πρέπει να έχει περάσει τουλάχιστον τα μισά μαθήματα του προηγούμενου έτους με ότι αυτό συνεπάγεται για τους φοιτητές που εργάζονται ή σπουδάζουν εξ αποστάσεως (ακριβώς γιατί δεν έχουν χρήματα για στέγαση!). Επίσης, το επίδομα στέγασης χορηγείται για τόσα έτη όσα είναι και τα έτη σπουδών της Σχολής. Δηλαδή πχ για ένα φοιτητή Νομικής ή Οικονομικού μετά τα 4 χρόνια τα έξοδα στέγασης είναι δικό του πρόβλημα.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Η μείωση της κρατικής χρηματοδότησης για την παιδεία μεταφέρει το κόστος σπουδών στις πλάτες των φοιτητών. Διαμορφώνεται ένα μοντέλο του «ό, τι πληρώνεις παίρνεις». Με δεδομένη την μνημονιακή πραγματικότητα, την συνεχή μείωση μισθών και συντάξεων που στηρίζουν την ελληνική οικογένεια καταλαβαίνει κανείς ότι όλο και περισσότεροι φοιτητές αποκλείονται από την εκπαίδευση γιατί δεν αντέχει η τσέπη των γονιών τους. Αν μάλιστα σκεφτούμε πως βασική πηγή εσόδων του κράτους για την κάλυψη των αναγκών μας είναι η φορολογία που πληρώνουμε, αντιλαμβανόμαστε την τραγική ειρωνεία της υπόθεσης. Εδώ και 8 χρόνια υπερφορολογούμαστε και παρόλαυτα οι ανάγκες μας μένουν ακάλυπτες!

Απέναντι στην υποβάθμιση της δημόσιας και δωρεάν παιδείας, στην λογική του «θα σπουδάζει όποιος έχει λεφτά» ή θα μείνουμε με σταυρωμένα τα χέρια μας ή τουλάχιστον θα αμφισβητήσουμε την υπάρχουσα πραγματικότητα. Σήμερα το φάντασμα της δυστυχισμένης συνείδησης, του «δεν αλλάζει τίποτα», του «όλοι το ίδιο είναι» και του «μπας και γλιτώσω εγώ» πλανάται πάνω από την γενιά μας. Η νέα γενιά έχει χιλιάδες λόγους για να εξεγείρεται αλλά μένει απαθής. Δεν αρνείται αλλά δέχεται με σκυμμένο το κεφάλι την απόρριψη από τις σπουδές και αύριο μεθαύριο από την δουλειά. Άρνηση σημαίνει αμφισβήτηση ότι δεν θα πληρώνουμε για να σπουδάσουμε, δεν θα ζήσουμε άνεργοι ή με 400 €. Χρειάζεται οι φοιτητές να βάλουν επιτέλους ένα stop, να οργανωθούν και να οργανώσουν την αντίσταση όλης της γενιάς μας ενάντια στις μνημονιακές κυβερνήσεις και τους δανειστές που μας διαλύουν την ζωή. Για σπουδές, δουλειά και ζωή με αξιοπρέπεια στον τόπο μας. Γιατί κανείς δεν μπορεί μόνος του. Γιατί όσα περισσότερα μας ζητάνε τόσα λιγότερα μας δίνουν!

  • Αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης
  • Δημόσια και δωρεάν παιδεία για όλους
  • Λεφτά για τις ανάγκες μας και όχι για τις ανάγκες των δανειστών
  • Ούτε 1 € από την τσέπη μας για τις σπουδές μας